Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Μνημείο προχειρότητας, επιπολαιότητας, ανευθυνότητας και πολιτικής αναξιοπιστίας, το πολυνομοσχέδιο.

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΤΣΟΥΚΑΛΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ


Κατά τη διάρκεια τη σ συζήτησης του ν/σ «Επείγουσες ρυθμίσεις που αφορούν την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 – 2015»

Ως μνημείο προχειρότητας, επιπολαιότητας, ανευθυνότητας και πολιτικής αναξιοπιστίας, χαρακτήρισε το συζητούμενο πολυνομοσχέδιο, «Επείγουσες ρυθμίσεις που αφορούν την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 – 2015» ο βουλευτής Αχαΐας της ΔΗΜ.ΑΡ Νίκος Τσούκαλης κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στην ολομέλεια της βουλής.

Ο κ. Τσούκαλης έκανε λόγο για απόλυτο ευτελισμό κάθε κοινοβουλευτικής διαδικασίας που εκθέτει ανεπανόρθωτα την ίδια την αξιοπρέπεια καθενός Βουλευτή δεδομένου ότι, όπως είπε «είμαστε σε πλήρη ανικανότητα να εξηγήσουμε στους συμπολίτες μας που προστρέχουν σε μας να πληροφορηθούν το τι περιέχει αυτό το νομοσχέδιο, είμαστε ανίκανοι να αναλύσουμε την ουσία της κάθε ρύθμισης ξεχωριστά».

Στην τοποθέτησή του ο κ. Τσούκαλης αναφέρθηκε στο άρθρο 8 το οποίο καθορίζει το καθεστώς λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών εθνικής και περιφερειακής εμβέλειας, το οποίο χαρακτήρισε ως μία από τις πλέον σκοτεινές καταστάσεις του δημόσιου βίου, ένα νοσηρό καθεστώς, ένα «θερμοκήπιο» σχέσεων διαπλοκής και διαφθοράς, ένα ανεκδιήγητο «πάρε-δώσε» εις βάρος ενός δημόσιου αγαθού. Μίλησε ακόμη για τις διατάξεις που αφορούν τον ΕΟΜΕΧ και τον ΕΛΟΤ αλλά και για τις ρυθμίσεις του άρθρου 6 για τις δικηγορικές εταιρείες λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «πάρα πολλές διατάξεις που έρχονται ως απαιτήσεις της τρόικα, υπαγορεύονται δυστυχώς από εγχώριους κύκλους».

Το πλήρες κείμενο της ομιλίας του κ. Τσούκαλη έχει ως εξής

Η διαδικασία που προηγήθηκε μέχρι αυτή τη στιγμή καταδεικνύει και το τεράστιο πολιτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει αυτή η χώρα. Κάτω από άλλες συνθήκες ένα αντίστοιχο νομοσχέδιο θα προσήλκυε το ενδιαφέρον περισσοτέρων από εκατόν πενήντα συναδέλφων προκειμένου να τοποθετηθούν και να εκφράσουν τις απόψεις των κομμάτων τους, προκειμένου να τοποθετηθούν απέναντι στους ψηφοφόρους τους. Η συζήτηση σ’ αυτό το νομοσχέδιο καταδεικνύει την κατάρρευση της ψυχολογίας εκτός των άλλων και μεταξύ των Βουλευτών-εκπροσώπων των κομμάτων της συγκυβέρνησης.

Σημεία των καιρών, θα μου πείτε, όπως σημεία των καιρών είναι και η διαδικασία που ακολουθείται προκειμένου να ψηφιστεί το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, αλλά και η ουσία του ίδιου του νομοσχεδίου. Όπως είπαμε στην Επιτροπή, δεν αξίζει τον κόπο κάποιος να τοποθετηθεί επί της αρχής. Εξάλλου αυτό ομολογείται από την ίδια την αιτιολογική έκθεση που είναι μνημείο προχειρότητας, επιπολαιότητας και ανευθυνότητας όσον αφορά την αιτιολόγηση της πανσπερμίας αυτών των διατάξεων που έρχονται στο νομοσχέδιο.

Υπάρχει όμως ένα σοβαρό, ένα τεράστιο πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ο απόλυτος ευτελισμός κάθε κοινοβουλευτικής διαδικασίας και βεβαίως κάθε πολιτικής αντίληψης που επικρατεί σ’ αυτό τον τόπο. Υπάρχει κοινοβουλευτικός ευτελισμός γιατί η διαδικασία –εκτός των άλλων- εκθέτει ανεπανόρθωτα την ίδια την αξιοπρέπεια καθενός Βουλευτή από μας, δεδομένου ότι είμαστε σε πλήρη ανικανότητα να εξηγήσουμε στους συμπολίτες μας που προστρέχουν σε μας να πληροφορηθούν το τι περιέχει αυτό το νομοσχέδιο, είμαστε ανίκανοι να αναλύσουμε την ουσία της κάθε ρύθμισης ξεχωριστά.

Δεύτερον, είναι μνημείο πολιτικής αναξιοπιστίας δεδομένου ότι αυτό το νομοσχέδιο έχει δεχθεί πυρ ομαδόν από τους συναδέλφους Βουλευτές των κομμάτων της συγκυβέρνησης όσον αφορά και το περιεχόμενό του και τη διαδικασία. Επειδή ο χρόνος είναι περιορισμένος και, όπως λέμε, εξ όνυχος τον λέοντα, θα περιοριστώ σε κάποια συγκεκριμένα άρθρα.

Το άρθρο 8 αναφέρεται στο καθεστώς λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών εθνικής και περιφερειακής εμβέλειας. Έγινε αναφορά σ’ αυτή την Αίθουσα ακροθιγώς, όχι επί της ουσίας. Αναφερόμαστε σε μία από τις πλέον σκοτεινές καταστάσεις του δημόσιου βίου, ένα νοσηρό καθεστώς, ένα «θερμοκήπιο» σχέσεων διαπλοκής και διαφθοράς, ένα ανεκδιήγητο «πάρε-δώσε» εις βάρος ενός δημόσιου αγαθού. Το καθεστώς της ημιπαράνομης λειτουργίας των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών έχει παραταθεί από το 1995 με 13 νομοθετικές διατάξεις μέχρι σήμερα, σχεδόν μία κάθε χρόνο, όμως κανένας απ’ αυτούς που διαχειρίστηκαν αυτό το καθεστώς δεν είχε τη στοιχειώδη ευθιξία να εξηγήσει πειστικά και σ’ αυτή την Αίθουσα αλλά και στον ελληνικό λαό ποιος ήταν ο λόγος αυτής της διαδικασίας, αυτού του καθεστώτος, αυτής της σκόπιμης καθυστέρησης και πώς συνδέεται αυτή η καθυστέρηση –αν συνδέεται, εμείς λέμε ότι συνδέεται- με τις σχέσεις πολιτικής εξουσίας και ιδιοκτησίας μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Πώς ρυθμίζεται απ’ αυτή τη διάταξη αυτό το ίδιο καθεστώς; Στη σχετική ρύθμιση δεν αναφέρεται κανένα χρονοδιάγραμμα για την έκδοση των οριστικών αδειών ενώ στις προηγούμενες διατάξεις αναφερόταν χρονοδιάγραμμα, δηλαδή παρέχεται επ’ αόριστον ανοχή για τη λειτουργία των ήδη υφιστάμενων σταθμών. Αυτό αναφέρεται σε αντίθεση με την αιτιολογική έκθεση όπου εκεί προβλέπεται το χρονοδιάγραμμα. Αυτή όμως η ρύθμιση αντίκειται ευθέως στο Σύνταγμα. Η αναφορά του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής επί του συγκεκριμένου άρθρου είναι «καταπέλτης» γιατί εκτός των άλλων συντηρεί το υφιστάμενο νομικό καθεστώς αδιαφάνειας.

Όσον αφορά τον ΕΟΜΜΕΧ και τον ΕΛΟΤ, κύριε Υπουργέ, δεκτή η τροπολογία που φέρατε για τους τριάντα εργαζόμενους μέσης και υποχρεωτικής εκπαίδευσης οι οποίοι μέχρι πριν από λίγο ήταν στην πλήρη ανασφάλεια, δεδομένου ότι θεωρείτο δεδομένο, μετά τις δηλώσεις που είχατε κάνει στην Επιτροπή, ότι οδηγούνται στο καθεστώς της εφεδρείας με το ερώτημα της απόλυσης. Μένει όμως η αναφορά που κάνατε στην Επιτροπή σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της Κυβέρνησης και της ασυνεννοησίας που υπάρχει μεταξύ των Υπουργών όσον αφορά το κρίσιμο θέμα της εφεδρείας αλλά και γενικότερα των απολύσεων στο δημόσιο.

Υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα με τις λειτουργίες του ΕΟΜΜΕΧ και του ΕΛΟΤ. Έχουμε καταθέσει σχετικές τροπολογίες, έχουν καταθέσει κι άλλοι συνάδελφοι. Γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι δεν διασφαλίζεται σε καμία περίπτωση η άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών των δύο οργανισμών, τόσο του ΕΟΜΜΕΧ όσο και του ΕΛΟΤ. Βεβαίως υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με τη συγκεκριμένη ρύθμιση της οδηγίας 23/2001, όπως αναφέρεται επίσης και στη σχετική έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής.

Έρχομαι σ’ ένα θέμα το οποίο για μένα έχει ιδιαίτερη σημασία. Είναι η ρύθμιση του άρθρου 6 για τις δικηγορικές εταιρείες. Άκουσα με πολύ μεγάλη προσοχή τον κύριο Παπαϊωάννου. Ομολογώ ότι ο τρόπος που δικαιολόγησε αυτή τη ρύθμιση, δεν έπεισε. Είστε εδώ εσείς, κύριε Υπουργέ, κύριε Ξυνίδη, εσείς θα τα ακούσετε. Ο κύριος Υπουργός δεν θα τα ακούσει, ελπίζω να τα παρακολουθεί από το μόνιτορ. Δεν έπεισε, λοιπόν, για τον εξής απλό λόγο. Οι διατάξεις του ν. 3919/2011 είχαν τύχει ιδιαίτερης προσοχής της τρόικα. Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι επειδή εκείνη την περίοδο είχα ιδιαίτερη επαφή και με το Υπουργείο, αλλά και με τους δικηγορικούς συλλόγους, οι συγκεκριμένες διατάξεις για τη σύσταση εταιρειών είχαν τεθεί υπόψη της τρόικα εδώ. Μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις η τρόικα είχε συμφωνήσει. Οι συγκεκριμένες διατάξεις μέσω του τότε Υπουργού Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου εστάλησαν προς έγκριση στα αρμόδια όργανα. Η απάντηση που εδόθη ήταν θετική και έτσι προχώρησε η νομοθέτηση.

Είδα τα έγγραφα που κατέθεσε ο κ. Παπαϊωάννου. Οι αντιρρήσεις που εκφράστηκαν, εκφράστηκαν με τη τυπική διαδικασία που εκφράζονται οι αντιρρήσεις από την Ευρώπη όταν μία χώρα δεν προσαρμόζεται στις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μάλιστα από ένα μέλος της τρόικα και όχι από τα άλλα δύο. Εστάλη, λοιπόν, το ερώτημα, απαντήθηκε όλη η διαδικασία και τελικά περιελήφθη μία διάταξη στην πέμπτη αναθεώρηση του μνημονίου μόλις στις 30 Οκτωβρίου του 2011. Όλη αυτή η διαδικασία επιβεβαιώνει απολύτως –θα μου επιτρέψετε να σας πω- την ένσταση ή την υποψία που επικρατεί όχι μόνο στο δικηγορικό κόσμο, αλλά και σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων, απασχολουμένων στη χώρα, ότι πάρα πολλές διατάξεις που έρχονται ως απαιτήσεις της τρόικα, υπαγορεύονται δυστυχώς από εγχώριους κύκλους.

Είναι κοινό μυστικό ότι έτσι υπαγορεύτηκε το άρθρο 38, έτσι είναι πεπεισμένη η κοινή γνώμη ότι υπαγορεύεται και η κατάργηση του κατώτερου μισθού με τις διάφορες αντικρουόμενες αναφορές που γίνονται από διάφορους τέτοιους κύκλους. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη συγκεκριμένη διάταξη. Θα πρέπει να μας πείσει συνολικά η τρόικα ότι τότε την κοροϊδέψαμε, την παραπλανήσαμε και η διάταξη η οποία περιήλθε στον νόμο 3919 δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές υποχρεώσεις της χώρας.

Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.