Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Η προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος έχει τεράστια περιβαλλοντική, κοινωνική και οικονομική σημασία

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΤΣΟΥΚΑΛΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης του ν/σ για τη «διάθεση γεωργικών φαρμάκων στην αγορά, ορθολογική χρήση αυτών και συναφείς διατάξεις»

Η προστασία του ανθρωπογενούς και του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας είναι η προστασία του μεγαλύτερου συγκριτικού πλεονεκτήματος, κάτι που μπορεί να μας οδηγήσει με ασφάλεια στην αντιμετώπιση της κρίσης και στη διέξοδο από αυτήν». Τα παραπάνω ανέφερε μεταξύ άλλων ο βουλευτής Αχαΐας της Δημοκρατικής Αριστεράς Νίκος Τσούκαλης κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στην ολομέλεια της βουλής, στη συζήτηση του ν/σ για τη «Διάθεση γεωργικών φαρμάκων στην αγορά, ορθολογική χρήση αυτών και συναφείς διατάξεις».

Αναφερόμενος στα θέματα της θαλάσσιας ρύπανσης ο κ. Τσούκαλης επεσήμανε πως «η προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος έχει τεράστια περιβαλλοντική, κοινωνική και οικονομική σημασία, αφού η ναυτιλία και ο τουρισμός συνιστούν δυο από τις λίγες ελπίδες μας για την αντιμετώπιση της κρίσης. Στο πλαίσιο αυτό εκφράζουμε τις αντιρρήσεις μας σε ρυθμίσεις που το υποβαθμίζουν, αφού προηγουμένως πούμε σαφέστατα, ρητά και κατηγορηματικά ότι στηρίζουμε επί της αρχής το νομοσχέδιο και σε όλα του τα άρθρα».

Το πλήρες κείμενο της ομιλίας του κ. Τσούκαλη έχει ως εξής:

Σ’ αυτή την περίπτωση προβλέπω ότι δεν θα είχε ασχοληθεί η χώρα ποτέ ή με πολύ μεγάλη καθυστέρηση με την ενσωμάτωση. Αξίζει να τονιστεί ότι η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν είχε, τουλάχιστον μέχρι τώρα, αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο. Κάποια στιγμή επιτέλους η χώρα θα πρέπει να νομοθετεί από μόνη της, όχι κάτω από την πίεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των διεθνών φορέων, αλλά επειδή η ίδια αποφασίζει ότι πρέπει να αποκτήσει επιτέλους συγκροτημένο θεσμικό πλαίσιο και ρυθμίσεις, ένα θεσμικό πλαίσιο που να οχυρώνει την ίδια την ελληνική κοινωνία και τους ελληνικούς θεσμούς. Τέλος πάντων! Κάλιο αργά παρά αργότερα!

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος έχει τεράστια περιβαλλοντική, κοινωνική και οικονομική σημασία, αφού η ναυτιλία και ο τουρισμός συνιστούν δυο από τις λίγες ελπίδες μας για την αντιμετώπιση της κρίσης. Στο πλαίσιο αυτό εκφράζουμε τις αντιρρήσεις μας σε ρυθμίσεις που το υποβαθμίζουν, αφού προηγουμένως πούμε σαφέστατα, ρητά και κατηγορηματικά ότι στηρίζουμε επί της αρχής το νομοσχέδιο και σε όλα του τα άρθρα.

Ξεκινώ από τα πρόστιμα. Τα προβλεπόμενα πρόστιμα από το νομοσχέδιο είναι ιδιαίτερα μικρά. Υπονομεύουν την ουσία του νόμου, καθώς είναι αμφίβολο το αν θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά. Και ναι μεν ο σκοπός είναι να πληρώσουν οι ρυπαίνοντες, αλλά να μην καταστραφεί το οικοσύστημα. Διότι, αν καταστραφεί, δυστυχώς δεν επανέρχεται. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας θα έπρεπε να διαπνέει όλο το νομοσχέδιο, όπως εξάλλου είναι και το πνεύμα της Οδηγίας που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Η Οδηγία στο προοίμιό της αναφέρει ότι οι ποινές θα πρέπει να είναι αρκετά αυστηρές, ώστε να αποτρέπουν κάθε παράβαση εκ μέρους των πιθανών ρυπαινόντων. Ουσιαστικά, να υιοθετηθούν οι αρχές της αποτροπής, αναλογικότητας και αποτελεσματικότητας.

Επιπλέον, σύμφωνα με την Οδηγία, προβλέπεται η επιβολή αποτελεσματικών και αποτρεπτικών κυρώσεων. Δυστυχώς, αυτό το στοιχείο το αποτρεπτικό δεν αντανακλάται στο σχέδιο νόμου. Ούτε πρόστιμα προτείνονται, αλλά ούτε καν αναφορά γίνεται στο σκοπό του νομοσχεδίου. Σε σοβαρές περιπτώσεις ή σε αποδεδειγμένα επαναλαμβανόμενες παραβάσεις θα μπορούσε να προβλεφθεί ο παροπλισμός του πλοίου που ρυπαίνει. Αξίζει να επαναληφθεί ότι τέτοιου είδους αδικήματα μπορεί να οδηγήσουν σε πλήρη οικονομική και κοινωνική κατάρρευση ολόκληρες περιοχές.

Στο σημείο αυτό, κύριε Υφυπουργέ, θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα σοβαρότερο θέμα, ένα θέμα μεθοδολογίας και θεσμικής ολοκλήρωσης. Πριν από λίγο, είχαμε τη συνεδρίαση στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του Ποινικού Δικαίου. Εκεί, λοιπόν, συζητήσαμε την ποινική προστασία του περιβάλλοντος για την τροποποίηση του άρθρου 28 του ν. 1650. Μία αντίστοιχη περίπτωση είναι και αυτή, βεβαίως με εξειδικευμένες περιπτώσεις, όσον αφορά τη θαλάσσια ρύπανση, κλπ.

Όμως, όσον αφορά γενικότερα την προστασία του περιβάλλοντος, αυτή θα έπρεπε να περιλαμβάνεται σε ένα ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο ολοκληρωμένης προστασίας του συστήματος του περιβάλλοντος, ανθρωπογενούς και φυσικού.

Βεβαίως, θα ήθελα να αναφέρω και το παράταιρο ότι στο νομοσχέδιο το οποίο συζητάμε στην Επιτροπή, αρμόδιος είναι ο Υπουργός Περιβάλλοντος, ενώ στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο είναι αρμόδιο το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Πρόκειται για ένα θεσμικό έλλειμμα, λοιπόν, το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί, προκειμένου να έχουμε αποτελεσματική προστασία και, βεβαίως, με τις ανάλογες ποινές.

Θέλω να σταθώ, επίσης, στην αναφορά που γίνεται, δυστυχώς, στη διόρθωση της προηγούμενης Οδηγίας, δηλαδή στην τροποποίηση του άρθρου 5 Α για τα ποινικά αδικήματα σε περιπτώσεις ρυπάνσεων ήσσονος σημασίας, για τις περιπτώσεις δηλαδή που η διαπραχθείσα πράξη δεν συνεπάγεται υποβάθμιση της ποιότητας του ύδατος. Όμως, αυτό μπορεί να συμβεί, όταν είναι επαναλαμβανόμενο. Τι σημαίνει αυτή η πρόβλεψη; Πώς θα αντιμετωπιστούν οι επαναλαμβανόμενες ήσσονος σημασίας περιπτώσεις, τις οποίες δεν μπορούμε να ελέγξουμε και οι οποίες συμβαίνουν όχι μόνο μεμονωμένα, αλλά και σωρευτικά και κάποια στιγμή θα οδηγήσουν στην υποβάθμιση της ποιότητας του νερού; Γιατί, δηλαδή, μία ήσσονος σημασίας ρύπανση, η οποία κατά περίπτωση ή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μπορεί να οδηγήσει σ’ αυτό το σημείο, να μην τιμωρείται;

Δυστυχώς, εκτιμούμε ότι ακόμα και σε σοβαρές ρυπάνσεις θα έχουμε απαλλακτικές αποφάσεις λόγω ακριβώς της εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης, γνωρίζοντας βεβαίως και το σύστημα που επικρατεί στη χώρα, τις δημόσιες υπηρεσίες και τους φορείς, αλλά και τις διωκτικές αρχές που καλούνται να εφαρμόσουν συγκεκριμένες διατάξεις. Για παράδειγμα, ποιος θα τεκμηριώνει αν η ρύπανση είναι ουσιώδης, σοβαρή, επικίνδυνη ή οτιδήποτε άλλο; Το ίδιο ερώτημα ετέθη από πολλούς και στη συζήτηση του άλλου νομοσχεδίου στην Επιτροπή. Ξέρετε πάρα πολύ καλά ότι τα περιβαλλοντικά αδικήματα είναι αιφνίδια και βεβαίως οι επιπτώσεις σε πολλές περιπτώσεις διατηρούνται λίγο και απαιτείται άμεση παρέμβαση προκειμένου να βεβαιωθεί, να τεκμηριωθεί η ρύπανση, η παράβαση.

Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά ότι στη χώρα δεν υπάρχουν οι μηχανισμοί άμεσης παρέμβασης. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι μπορεί η εξέταση ενός δείγματος να διαρκέσει μέρες ή και εβδομάδες, οπότε πλέον είναι και άνευ αντικειμένου η οποιαδήποτε προσπάθεια τιμωρίας ή αποκατάστασης μέσω του Ποινικού Δικαίου. Οι εμπειρίες από τη δικαστική διερεύνηση των περιβαλλοντικών αδικημάτων είναι άκρως οδυνηρές. Συνήθως, η διερεύνηση ξεκινά κατόπιν μηνυτήριων αναφορών πολιτών ή κοινωνικών οργανώσεων, οι οποίοι πρέπει να αποδείξουν και τη σοβαρότητα της ρύπανσης στις περισσότερες των περιπτώσεων. Σ’ αυτές δε τις περιπτώσεις, βεβαίως, τα δικαστήρια οδηγούνται σε απαλλακτικές αποφάσεις ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων. Θα έπρεπε να προβλέπεται τιμωρία ακόμα και σ’ αυτές τις περιπτώσεις της ήσσονος σημασίας.

Σε τελευταία ανάλυση πρέπει να βρεθεί ένας μηχανισμός ο οποίος να τεκμηριώνει υποχρεωτικά το βαθμό της ρύπανσης. Το γεγονός ότι το προβλέπει η Οδηγία δεν σημαίνει ότι μας δεσμεύει. Κάθε κράτος-μέλος μπορεί να υιοθετεί πιο αυστηρές διατάξεις απ’ αυτές που προβλέπονται στην Οδηγία. Όσον αφορά δε την πρόληψη, θα μπορούσε να υπάρχει μια πιο ουσιαστική επέμβαση στο νομοσχέδιο. Δεν υπάρχει, όμως, καμία μέριμνα και συνοδευτικά μέτρα.

Πριν φτάσουμε στην αποτροπή, χρειάζεται να εστιάσουμε και στην πρόληψη. Βεβαίως απαιτείται ένα ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό σχέδιο δράσης με αντίστοιχους μηχανισμούς. Είμαστε, όμως, στην περίοδο της κρίσης και υπάρχει δημοσιονομική στενότητα. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η προστασία του ανθρωπογενούς και του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας είναι η προστασία του μεγαλύτερου συγκριτικού πλεονεκτήματος, κάτι που μπορεί να μας οδηγήσει με ασφάλεια στην αντιμετώπιση της κρίσης και στη διέξοδο από αυτήν.

Τελειώνω, επαναλαμβάνοντας για άλλη μια φορά ότι η Δημοκρατική Αριστερά τοποθετείται θετικά στο παρόν νομοσχέδιο.
Το νομοσχέδιο που συζητάμε είναι προφανές -το είπαμε και στην Επιτροπή- ότι έχει καθυστερήσει χαρακτηριστικά. Και αν η καθυστέρηση θα ήταν άνευ αντικειμένου για την Αυστρία ή το Λουξεμβούργο, πώς μπορεί να χαρακτηριστεί η καθυστέρηση για τη μεγαλύτερη ναυτική χώρα του κόσμου, για τη χώρα με το μεγαλύτερο μήκος ακτογραμμών της Ευρώπης;