Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Παρέμβαση Νίκου Τσούκαλη στην ολομέλεια της βουλής σχετικά με το νομοσχέδιο για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στις 22 Σεπτεμβρίου αντιπροσωπεία του Διεθνούς Οργανισμού Αντιμετώπισης Οικονομικού Εγκλήματος -η FATF, όπως σύντομα αναφέρεται- πρόκειται να επισκεφθεί τη χώρα μας. Είναι μια τακτική επίσκεψη την οποία θα κάνουν εδώ, προκειμένου να ελέγξουν, να διαπιστώσουν, να αξιολογήσουν το θεσμικό πλαίσιο, τους μηχανισμούς ελέγχου και γενικότερα τις δομές καταπολέμησης του βρώμικου χρήματος και βεβαίως, να συντάξουν την καθιερωμένη τους έκθεση. Έκθεση, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, που το περιεχόμενο της ανησυχεί βαθύτατα και εντονότατα την Κυβέρνηση και τον κ. Αλογοσκούφη. Γιατί, εάν είναι όμοια με αυτήν του Ιουνίου του 2007, τότε οι συνέπειες θα είναι διττές και οδυνηρές: Και πρόστιμο και διασυρμός της χώρας. Και όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι βέβαιο ότι η νέα έκθεση της FATF θα περιλαμβάνει τις ίδιες και ακόμη βαρύτερες αιτιάσεις και κατηγορίες προς τη χώρα μας. Ίσως τότε η επιτροπή να μη λειτουργεί, γιατί δεν θα έχει πρόεδρο, γιατί το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δεν θα μπορεί να εκλέξει μέχρι τότε πρόεδρο, γιατί η επιτροπή θα εξακολουθεί να έχει προσωπικό δεκαέξι ατόμων, ανειδίκευτα, ενώ καμία από τις προηγούμενες διαπιστώσεις και υποδείξεις της FATF δεν θα έχει καλυφθεί.
Πρέπει να αναφέρω, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι το FIU της Ρουμανίας διαθέτει εκατό υπαλλήλους εξειδικευμένους με επάρκεια. Και αναφέρομαι ειδικά στη Ρουμανία, γιατί η Ρουμανία μόλις τώρα μπήκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι ελλείψεις, λοιπόν, θα είναι ίδιες και χειρότερες.

Με το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αποκαλύπτονται με τον πλέον τραγικό τρόπο το πλήρες αδιέξοδο της Κυβέρνησης και οι μύχιες και ανομολόγητες επιδιώξεις της και ο πανικός της.Με το σημερινό νομοσχέδιο η Νέα Δημοκρατία εκδηλώνει την τρίτη φάση των βαθύτερων επιδιώξεών της.
Η πρώτη φάση της νομοθετικής της πρωτοβουλίας ήταν η θεσμοθέτηση των ιδεοληπτικών της εμμονών περί επανίδρυσης του κράτους, κατεδάφισης του δημόσιου χώρου και την επικυριαρχία της ασύδοτης αγοράς.
Η δεύτερη φάση ήταν η εξόφληση επιταγών και ανειλημμένων υποχρεώσεων προς ιδιοτελή ιδιωτικά συμφέροντα, όπως το νομοσχέδιο για την κύρωση της συμφωνίας μεταξύ ΟΤΕ και Deutche Telekom.
Και η τρίτη φάση είναι αυτή που συμπληρώνει αυτό το παζλ με το σημερινό νομοσχέδιο, όπου βαθύτερη επιδίωξη είναι η προστασία συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων από επερχόμενες αποκαλύψεις.
Και θα μου επιτρέψετε να σας πω και να διακινδυνεύσω ότι οι επερχόμενες εκλογές θα γίνουν προκειμένου να αποκαθαρούν όλοι αυτοί οι πολιτικοί, που πιθανόν, που κατά την εκτίμησή μας είναι βέβαιον ότι θα αποκαλυφθεί η συμμετοχή τους στο βρώμικο χρήμα. Και αυτή η τελευταία φάση αναδεικνύεται ανάγλυφα από το παρόν νομοσχέδιο. Και αναφερόμαστε σε δύο συγκεκριμένα κρίσιμη άρθρα του, τα μοναδικά με την ουσιαστική σημασία, το άρθρο 7 και το άρθρο 40. Δεν είναι τίποτα άλλο.
Η Κυβέρνηση και ο κ. Αλογοσκούφης επένδυσαν αυτές τις επιδιώξεις τους κάτω από τη δήθεν υποχρέωσή τους να ενσωματώσουν στο εγχώριο δίκαιο τη λεγόμενη τρίτη Οδηγία, την 60 του 2005, σχετικά με το ξέπλυμα του χρήματος και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
Η Οδηγία αυτή, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα έπρεπε να είχε ενσωματωθεί στο εγχώριο δίκαιο μέχρι τις 26 Οκτωβρίου 2007. Αφού πέρασε αυτή η προθεσμία, θα μπορούσε να ενσωματωθεί είτε τον Απρίλιο ή Μάιο, είτε τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2008, δηλαδή να γίνει μια ολοκληρωμένη συζήτηση στην Ολομέλεια για ένα θέμα, το οποίο πραγματικά είναι τεράστιο και διαβρώνει ακόμα και τις πιο προηγμένες δημοκρατίες καπιταλιστικού τύπου.
Όμως, ο κ. Αλογοσκούφης επεδίωξε την εσπευσμένη συζήτηση στο μεταίχμιο δύο Τμημάτων Διακοπών και μάλιστα με διαφορετική σύνθεση στην επιτροπή και διαφορετική στο Τμήμα. Είναι αθώα αυτή η μεθόδευση; Βεβαίως και όχι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Και αυτό αποδεικνύεται όχι από αυτό κάθε αυτό το θεσμικό πλαίσιο της Οδηγίας που ενσωματώνεται όσο από τη θεσμική οργάνωση των μηχανισμών της χώρας για τη διαχείριση αυτού του προβλήματος.
Έτσι, λοιπόν, στο άρθρο 7 καταργείται η Εθνική Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και αντικαθίσταται από μια επιτροπή.
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση αυτή η αλλαγή κατέστη αναγκαία λόγω των σοβαρών δυσλειτουργιών που παρατηρήθηκαν υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς και κυρίως της αδυναμίας συνεργασίας με τις εισαγγελικές αρχές. Θαυμάστε αιτιολογική σκέψη. Και επιπλέον η μείωση των μελών από έντεκα σε εννέα επιδιώκει μεγαλύτερη ευελιξία στη λειτουργία της επιτροπής!
Ποιες, όμως, είναι αυτές οι δυσλειτουργίες που αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση; Πού οφείλονται αυτές; Ποια είναι τα κενά, οι ασάφειες, οι αντιφάσεις του νομοθετικού πλαισίου; Είναι τέτοιας υφής, έτσι ώστε να δικαιολογήσουν αλλαγή της οργανωτικής δομής; Πώς μπορούσαν να καλυφθούν; Με ποια νομοθετική διαδικασία και προς ποια ουσιαστική κατεύθυνση;
Επ’ αυτού η αιτιολογική έκθεση τηρεί αιδήμονα και εύγλωττη σιωπή. Αλλά αυτό το οποίο εσκεμμένα αποφεύγει ο κ. Αλογοσκούφης και η Κυβέρνηση, δυστυχώς γι’ αυτόν, το εντοπίζει και το αξιολογεί με αποκαλυπτική σαφήνεια η μοναδική αρμόδια και φερέγγυα αρχή. Και αναφέρομαι βεβαίως σε αυτόν τον οργανισμό που ανέφερα προηγουμένως, δηλαδή τη FATF.

Το μόνο πρόβλημα που εντοπίζει ο συγκεκριμένος Οργανισμός στον νόμο 2331/1995, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 3424/2005, είναι ότι δεν αποτρέπονται οι παράλληλες έρευνες σε υποθέσεις ξεπλύματος χρήματος ή χρηματοδότησης τρομοκρατικών οργανώσεων. Κανένα άλλο νομοθετικό κενό. Αντιθέτως, όλες οι άλλες σοβαρές αιτιάσεις έχουν σχέση με την προκλητική αδιαφορία της Κυβέρνησης να ενισχύσει το ουσιαστικό ελεγκτικό έργο της ανεξάρτητης εθνικής αρχής και επιπλέον, με το πιο προκλητικό, το ό,τι η σύνθεση της αρχής υποθάλπει τον κίνδυνο αντικρουόμενων συμφερόντων, θέτοντας σε κίνδυνο την αυτονομία της. Ουσιαστικά δηλαδή, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, η σύνθεση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιρροές ή ακόμη και παρεμπόδιση του έργου της. Κάνει ευθεία αναφορά στη σύνθεση της προηγούμενης αρχής επειδή αποτελείτο από διορισμένους υπαλλήλους από την Κυβέρνηση, γεγονός το οποίο δυστυχώς για την Κυβέρνηση δεν είναι πλέον θεωρητικό ενδεχόμενο αλλά τραγική πραγματικότητα, όπως είπα προηγουμένως. Όλες οι άλλες αιτιάσεις της FATF εντοπίζονται σε δυσκολία πρόσβασης της αρχής σε πληροφορίες, έλλειψη επαρκών μηχανισμών ασφαλείας, μη σύνδεση της αρχής με το σύστημα Edmond, σοβαρότατη έλλειψη υποδομών σε ανθρώπινο δυναμικό και τεχνικά μέσα, υποστελέχωση, όπως παραδείγματος χάριν έλλειψη μονίμων οικονομικών αναλυτών κ.λπ..
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σε όλες αυτές τις διαπιστώσεις ο κ. Αλογοσκούφης έδωσε την απάντησή του. Κατέστησε τον εαυτό του απόλυτο πλέον κυρίαρχο της αρχής και απαλλάχτηκε από έναν ενοχλητικό Πρόεδρο και ο Πρόεδρος αυτός είναι ο κ. Ζορμπάς. Δεν είναι τυχαίο ότι επέλεξε δικαστικό, ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό εν ενεργεία, προκειμένου να δικαιολογήσει βεβαίως την παράκαμψη του κ. Ζορμπά. Και προκειμένου να προσδώσει νομιμοφάνεια στις επιδιώξεις του τοποθέτησε όπως είπαμε, τον ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό, ρύθμιση που αντιβαίνει σαφέστατα στη διάταξη του άρθρου 89 του Συντάγματος, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως και από συναδέλφους της μείζονος Αντιπολίτευσης.
Και το πρωτοφανές, προκειμένου να διατηρήσει τον απόλυτο έλεγχό του ο κύριος Υπουργός Οικονομικών μετέρχεται απερίγραπτων νομικών σολοικισμών. Στην παράγραφο 14 του ίδιου άρθρου, όπως ανέφερε προηγουμένως και ο Κοινοβουλευτικός μας Εκπρόσωπος, υπαγάγει τον Πρόεδρο της Επιτροπής, δηλαδή τον ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό στην πειθαρχική δικαιοδοσία του παραβλέποντας τα αρμόδια δικαστικά όργανα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά η απόφαση του πειθαρχικού οργάνου αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό για την απαλλαγή ή την οριστική παύση του εγκαλούμενου, ρύθμιση που ούτε στις πλέον θεσμικά υπανάπτυκτες χώρες υπάρχει. Και επ’ αυτού υπάρχει σαφέστατη νομολογία βεβαίως και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αυτό, μόνο στην Ελλάδα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μπορεί να συμβεί και μάλιστα χωρίς την αντίδραση του Αρείου Πάγου στη συγκεκριμένη ρύθμιση.
Όσον αφορά το άρθρο 40 σχετικά με τη συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών εμπιστευτικής φύσης. Εδώ πραγματικά καταρρακώνεται και κατεδαφίζεται όλο το θεσμικό πλαίσιο προστασίας και διαχείρισης των προσωπικών δεδομένων. Και αξίζει τον κόπο και οι συνάδελφοι που ασχολούνται με το θέμα αυτό, να εντρυφήσουν ιδιαίτερα στο άρθρο 40.
Ένα από τα μεγάλα προβλήματα που εντόπισε ο διεθνής οργανισμός αντιμετώπισης οικονομικού εγκλήματος στην έκθεσή του για την Ελλάδα του 2007, ήταν η έλλειψη επαρκών μηχανισμών ασφαλείας τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό όσο και ηλεκτρονικής τεχνολογίας, που να διασφαλίζουν την προστασία των πληροφοριών που διαχειρίζεται η εθνική αρχή. Πώς αντιμετωπίζει το υπό συζήτηση νομοσχέδιο την ανεπάρκεια αυτή;
Το εν λόγω άρθρο δεν αναφέρει πουθενά τη φράση «προσωπικά δεδομένα». Όλες οι πληροφορίες στο άρθρο αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ονομάζονται απλά «εμπιστευτικές». Μήπως θεωρεί η Κυβέρνηση ότι εάν αποφύγει την αναφορά σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα ή σε προσωπικά δεδομένα, αυτόματα παρακάμπτονται οι υποχρεώσεις της;
Οι πληροφορίες αυτές όμως αφορούν στην επιχειρηματική, επαγγελματική ή εμπορική συμπεριφορά προσώπων, σε στοιχεία συναλλαγών και δραστηριοτήτων τους, φορολογικά στοιχεία τους, ποινικά αδικήματα μέχρι και διοικητικές παραβάσεις. Σε ποιο νομοθετικό πλαίσιο προστασίας προσωπικών δεδομένων υπόκεινται όλα αυτά; Όσο δε για την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, απλά βεβαιώνεται για άλλη μια φορά η τακτική της Κυβέρνησης για παράκαμψή της. Πουθενά στο συγκεκριμένο άρθρο δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά στην αρχή αυτή.
Ουσιαστικά κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το νομοσχέδιο προβλέπει τη σύσταση μιας διοικητικής επιτροπής, η οποία διαχειρίζεται εν λευκώ τις παραπάνω πληροφορίες ή μάλλον όχι ακριβώς εν λευκώ. Προβλέπει ότι ο ίδιος ο κύριος Υπουργός Οικονομικών «καθορίζει τις διαδικασίες» -εντός παρενθέσεως, ακριβώς όπως το αναφέρει το σχετικό άρθρο- «ανταλλαγής πληροφοριών εμπιστευτικής φύσεως μεταξύ της Επιτροπής και όλων των αρμοδίων αρχών». Το άρθρο αυτό ακολουθεί το ίδιο πνεύμα με το υπόλοιπο νομοσχέδιο, δηλαδή της ανάθεσης υπεραρμοδιοτήτων στον Υπουργό Οικονομικών. Πώς διασφαλίζονται τα δικαιώματα των πολιτών; Δεν προκύπτει πουθενά στο νομοσχέδιο η δυνατότητα να γνωρίζουν ότι πληροφορίες που αφορούν προσωπικά τους δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας. Καμία γνωστοποίηση στα πρόσωπα αυτά από όλες τις αρχές ή ακόμα και από αρχές του εξωτερικού. Και υπογραμμίζουμε και μία αντίφαση: Με ποια λογική η Κυβέρνηση απαγορεύει στην Επιτροπή να ζητά ενημέρωση για τα αποτελέσματα των ερευνών που διεξάγονται από τις εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές με βάση στοιχεία που έχει δώσει η ίδια, ενώ αντίθετα επιτρέπει σε όλους τους άλλους αρμόδιους φορείς να την ενημερώνουν; Μήπως θεωρεί ότι δεν είναι φερέγγυα αρκετά για να διαχειριστεί τέτοιου τύπου εμπιστευτικές πληροφορίες;
Όμως, υπάρχει και η ουσία και κάποιο άλλο σοβαρό θέμα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Στην πρεμούρα της η Κυβέρνηση να φανεί ότι είναι αυστηρή σε όσους μετέρχονται τέτοιων μεθόδων ξεπλύματος βρώμικου χρήματος διαμορφώνει ένα πλαίσιο τόσο ασφυκτικό που ουσιαστικά μέσα στα πλαίσια των συναλλαγών δημιουργεί μια κοινωνία ενόχων, μονίμων υπόπτων. Όταν κάποιος κρατά στα χέρια του 10.000 ευρώ σε μετρητά, πιθανόν να θεωρείται ύποπτος, εάν υπάρχει μια αδικαιολόγητη διαφορά σε κάποια φορολογική του δήλωση. Και εκτός των άλλων, καταντά μια τεράστια υποκρισία, όπως ανέφερε και ο Κοινοβουλευτικός μας Εκπρόσωπος στην Επιτροπή, μια τεράστια υποκρισία τώρα με τη συζήτηση αυτή που κάνουμε, όπου εδώ δίπλα μας στο Κολωνάκι οι τράπεζες όλες διαφημίζουν ότι μπορούν να μας υποδείξουν πώς να εξασφαλίσουμε την ανωνυμία μας, εάν έχουμε χρήματα φυσικά και απευθυνθούμε στις ίδιες: «Εάν έχεις χρήματα, φέρτα μας, θα σου τα εξασφαλίσουμε με λογαριασμό off shore, εταιρεία σε φορολογικό παράδεισο και κανείς δεν θα ξέρει ποιος είσαι και τι χρήματα έχεις». Στη βάση αυτού του συστήματος ερχόμαστε να στήσουμε ένα τεράστιο μηχανισμό. Μέχρι στιγμής να δούμε τι έκανε και θα δούμε τι θα κάνει από εδώ και πέρα.
Πιο συγκεκριμένα όμως υπάρχει και ένα άλλο θέμα αισθητικής, κύριε Υπουργέ. Η κοινωνία περιμένει από εσάς ένα νομοσχέδιο που να αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Για ποια τρομοκρατία μιλάμε; Εδώ κόμματα ενέχονται σε δωροδοκίες, είναι γνωστά, βοά ο τόπος. Δηλαδή και για λόγους αισθητικούς δεν μπορούμε να συζητάμε αυτό το θέμα, πριν συζητήσουμε το καυτό πρόβλημα.
(Στο σημείο αυτό κτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή)

Τελειώνω, κύριε Πρόεδρε.
Εμείς ως κόμμα, κύριε Υπουργέ, κύριοι της Κυβέρνησης, καταθέσαμε κάποιες προτάσεις για το πολιτικό χρήμα και τις γνωστοποιήσαμε στον κόσμο. Εσείς δεν έχετε καταθέσει τίποτα μέχρι αυτήν τη στιγμή, δεν ξέρουμε τις προθέσεις σας. Πρέπει να υπάρξουν πρωτοβουλίες. Δεν μπορείτε να αφήνετε το θέμα απλώς στη δικαστική διερεύνηση και να μαθαίνουμε κάθε τόσο από τη Γερμανία και από τις καταθέσεις το τι γίνεται στη δική μας χώρα.
Όπως καταλαβαίνετε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το νομοσχέδιο αυτό το καταψηφίζουμε, γιατί η φιλοσοφία του που περιέχεται σ’ αυτά τα δύο άρθρα κατατείνει στο να διαμορφώσει ένα ασφυκτικό πλαίσιο παραβίασης προσωπικών δεδομένων και βεβαίως ασφυκτικού ελέγχου όλης αυτής της κρίσιμης διαδικασίας στον πανίσχυρο εκάστοτε Υπουργό Εθνικής Οικονομίας, στην παρούσα περίπτωση ο κ. Αλογοσκούφης, αύριο κάποιος άλλος.
Ευχαριστώ πολύ.