Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Η Ευρώπη είναι το κοινό μας σπίτι και κανένας δεν μπορεί να μας διώξει.

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΤΣΟΥΚΑΛΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ
«Η Δημοκρατική Αριστερά καταψηφίζει επί της αρχής το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, θα ψηφίσει «ΠΑΡΩΝ» στα δύο πρώτα άρθρα που αναφέρονται στις δύο συμφωνίες του μηχανισμού και «ΟΧΙ» στο Σύμφωνο Σταθερότητας του άρθρου 3» Τα παραπάνω ανέφερε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΔΗΜ.ΑΡ Νίκος Τσούκαλης, κλείνοντας την ομιλία στη βουλή κατά τη διάρκεια της συζήτησης του ν/σ για την «κύρωση της Απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που τροποποιεί το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), της Συνθήκης για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και της Συνθήκης για τη σταθερότητα, το συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση».


Αναφερόμενος στη θέση της Δημοκρατικής Αριστεράς για τις σχέσεις της χώρας μας με την Ευρώπη ο κ. Τσούκαλης τόνισε χαρακτηριστικά: « Η Ευρώπη είναι το κοινό μας σπίτι. Και από το σπίτι αυτό δεν μπορεί κανένας να μας διώξει. Εξαρτάται από μας το κατά πόσο θα αλλάξουμε τους συσχετισμούς, το κατά πόσο θα κάνουμε αυτό το σπίτι λειτουργικό, το κατά πόσο θα το νιώθουμε πραγματικά δικό μας σπίτι. Αυτήν τη στιγμή δεν το νιώθουμε. Δεν θα το εγκαταλείψουμε, όπως δεν εγκαταλείπουμε και αυτήν εδώ τη χώρα, αν δεν μας αρέσουν οι συσχετισμο».


«Ακούσαμε, τον κ. Βενιζέλο να λέει, συνέχισε ο κ. Τσούκαλης, «ας εκμεταλλευθούμε, επιτέλους, αυτό το κεφάλαιο που κατακτήσαμε με τις θυσίες του ελληνικού λαού και ας το κάνουμε ένα πλεονέκτημα, για να ξεκινήσουμε». Αντιστρέφουμε το ερώτημα. Αυτό το κεφάλαιο ο ελληνικός λαός και η χώρα το είχε από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου. Θέλω να θυμίσω ότι η Δημοκρατική Αριστερά όταν υπεγράφη η Συνθήκη της 21ης Ιουλίου 2011 και στη συνέχεια της 26ης και 28ης Οκτωβρίου είχε τοποθετηθεί με σαφήνεια και είχε δηλώσει ότι αυτές οι δύο Συνθήκες δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά αποτελούν μία ανάσα. Μία ανάσα για ποιο λόγο; Γιατί υποτίθεται ότι θα έπρεπε να κινητοποιήσουν όλο το πολιτικό σύστημα, όλες τις υγιείς δυνάμεις αυτής της χώρας, για να διαμορφώσουμε τη δική μας πρόταση για τη διέξοδο από την κρίση.


Αλήθεια, αυτή η δική μας πρόταση γιατί δεν διαμορφώθηκε από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου; Μην μου πείτε ότι υπάρχει ελληνική πρόταση για τη διέξοδο από την κρίση. Μία είναι η πολιτική, η οποία δυστυχώς υπαγορεύτηκε, επιβλήθηκε από τους δανειστές μας όλο αυτό το διάστημα. Τίποτα δεν κάναμε. Σε ποια θέση βρισκόμαστε τώρα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι; Η ανεργία είναι στο 22%, το ποσοστό των συμπολιτών μας που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας είναι 30%, τα λουκέτα είναι δεκάδες χιλιάδες, οι αμοιβές είναι στο ναδίρ, η δημόσια διοίκηση είναι εξουθενωμένη, διαλυμένη, ανίκανη στοιχειωδώς να διαχειριστεί οποιοδήποτε –έστω και μεγαλεπήβολο- σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας, οι κοινωνικές δομές καταρρέουν. Ακριβώς αυτή είναι η κατάσταση και καλό είναι να μεταφέρεται στην εκτελεστική εξουσία, ούτως ώστε να γνωρίζουν τι συμβαίνει».


Το πλήρες κείμενο της ομιλίας του κ. Τσούκαλη έχει ως εξής:



ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Ευάγγελος Αργύρης): Το λόγο έχει ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Δημοκρατικής Αριστεράς κ. Νικόλαος Τσούκαλης.


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, συζητώντας αυτό το νομοσχέδιο, πρέπει να διαχωρίσουμε τα δύο σαφώς διακεκριμένα επίπεδά του. Το πρώτο είναι η ουσία του. Επί της ουσίας, ο Ειδικός Αγορητής μας τοποθετήθηκε συγκεκριμένα ως προς τα άρθρα και καταψηφίζουμε το νομοσχέδιο επί της αρχής. Υπάρχει και το δεύτερο σκέλος που έχει να κάνει με το τυπικό που αναφέρεται στο Σύνταγμα και τους νόμους της χώρας: στο κατά πόσο δηλαδή, αυτή η συζήτηση εδράζεται σε κάποια συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος.


Είναι γεγονός ότι η Κυβέρνηση χρησιμοποίησε μία λαθροχειρία αρχικά καταθέτοντας το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Αναφέρθηκε στο άρθρο 28 γενικώς και αορίστως, χωρίς να παραπέμπει σε συγκεκριμένη παράγραφο, προφανώς στηριζόμενη στην ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28, στην οποία αναφέρεται ότι το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Όμως, αυτή η ερμηνευτική δήλωση σε καμία περίπτωση δεν παραπέμπει σε συγκεκριμένο άρθρο. Όμως, υπάρχει η συγκεκριμένη εμπειρία όλων αυτών των χρόνων που η Ελλάδα αποτελεί αναπόσπαστο μέλος και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.


Κύριε Πρόεδρε, κύριε Υπουργέ, όλες οι Συνθήκες που ψηφίστηκαν, εγκρίθηκαν και επικυρώθηκαν απ’ αυτήν εδώ τη Βουλή, στηρίχθηκαν στο άρθρο 28, παράγραφος 3. Σας παρακαλώ, διαγράψτε την παράγραφο 1! Η παράγραφος 1 ουσιαστικά είναι ερμηνευτική των 2 και 3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 28 θεσπίστηκε και τοποθετήθηκε σε εκείνο το σημείο, μόνο και μόνο για να προσδιορίσει ότι οι Συνθήκες που επικυρώνονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο απ’ αυτή τη Βουλή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εθνικού μας νομικού κεκτημένου θεσμικού συστήματος και, δεύτερον, ότι έχουν αυξημένη τυπική ισχύ. Τίποτα άλλο! Οι παράγραφοι 2 και 3 προσδιορίζουν τη διαδικασία κύρωσης των Συνθηκών.


Εκτίμηση της Δημοκρατικής Αριστεράς, πέραν των οποιωνδήποτε άλλων ενστάσεων επί της ουσίας, είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν συνιστά διεθνή οργανισμό. Είναι ένωση προσώπων, την οποία εμείς βεβαίως θα τη θέλαμε με ομόσπονδη μορφή, με ενοποίηση, κλπ. Όλες οι Συνθήκες ψηφίστηκαν με την παράγραφο 3. Πρέπει να ψηφιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 3, με τον απόλυτο αριθμό, δηλαδή με 151 Βουλευτές και όχι λιγότερο! Με τη διαδικασία που εσείς το εισάγετε και το υπονοείτε, πιθανόν να μπορούσε να εγκριθεί και με τους 130 Βουλευτές. Η θέση μας, λοιπόν, είναι ότι πρέπει να εισαχθεί και να ψηφιστεί βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 28 και όχι του 1. Αν αυτό δεν διορθωθεί, θα δεχθούμε την ένσταση αντισυνταγματικότητας.
………………………………………………………………….


ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Βαΐτσης Αποστολάτος): Στο πρόσωπο του Βουλευτή Αχαΐας κ. Νικολάου Τσούκαλη καλωσορίζουμε την πρώτη επίσημη ομιλία του ως Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του νέου Κόμματος στη Βουλή μας, της Δημοκρατικής Αριστεράς. Σας καλωσορίζουμε και καλορίζικος.

Ορίστε, κύριε Τσούκαλη, έχετε το λόγο.


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΗΣ:

Κύριε Πρόεδρε, ευχαριστούμε πραγματικά για το θερμό καλωσόρισμα.


Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ήθελα να ξεκινήσω με μία οδυνηρή διαπίστωση. Αυτή τη στιγμή είμαστε ευάριθμος αριθμός Βουλευτών στη Βουλή. Η διαπίστωση αυτή, όμως, έχει να κάνει με το απαράδεκτο γεγονός να συζητείται ένα νομοσχέδιο κάτω από αυτές τις συνθήκες με απουσία Βουλευτών, με τον κατάλογο να περιέχει μόνο επτά Βουλευτές, όταν την ίδια στιγμή σε όλη την Ευρώπη η συζήτηση γύρω από την επικύρωση αυτών των συμφωνιών από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά κοινοβούλια στην κυριολεξία προκαλεί μια τεράστια συζήτηση όχι μόνο σε επίπεδο κοινοβουλίου, αλλά και σε επίπεδο μέσων μαζικής ενημέρωσης, αναλυτών, επιστημόνων, κύκλων που ασχολούνται με αυτά τα θέματα.


Και γιατί προκαλείται τόσο μεγάλο ενδιαφέρον σε όλη την Ευρώπη; Διότι, είναι κοινή διαπίστωση, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι αυτό εδώ το σχέδιο, ότι αυτές οι τρεις συμφωνίες συμπυκνώνουν την κυρίαρχη αντίληψη που επικρατεί αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη. Ο προβληματισμός είναι στο κατά πόσο αυτές οι συμφωνίες προωθούν το μέλλον της Ευρώπης, προωθούν την αντίληψη, που είχαν αυτοί που ίδρυσαν αυτό το οικοδόμημα, κάποια στιγμή η Ευρώπη να αποτελέσει πραγματικά το κοινό σπίτι όλων των Ευρωπαϊκών λαών και εάν πραγματικά βοηθά στο να οδηγηθούμε σε μία πλήρη ενοποίηση. Όταν λέω «πλήρης ενοποίηση», κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κύριε Υπουργέ -επειδή άκουσα την ομιλία σας- δεν αναφερόμαστε μόνο στη δημοσιονομική ενοποίηση, αναφερόμαστε στην πολιτική ενοποίηση.


Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι παρακολούθησα την τοποθέτησή σας με πάρα πολύ μεγάλη προσοχή. Περιοριστήκατε και δώσατε ιδιαίτερη έμφαση στη δημοσιονομική ενοποίηση. Αυτό κατάλαβα εγώ. Αυτό, λοιπόν, το οποίο πρέπει όλοι να αναρωτηθούμε είναι εάν αυτές οι τρεις συμφωνίες δίνουν απάντηση στο πρόβλημα της Ευρώπης, οδηγούν σε διέξοδο και αντιμετωπίζουν τα δομικά προβλήματα που έχει η Ευρώπη. Παρακολουθήσαμε, επίσης, με πολύ μεγάλη προσοχή την παρθενική ομιλία ως Προέδρου της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ, του κυρίου Βενιζέλου. Πρέπει να ομολογήσουμε και ομολογώ ότι είδαμε μία πλήρη μεταστροφή, μία μεταμόρφωση όσον αφορά την τοποθέτησή του.


Πριν δέκα ημέρες από αυτό εδώ το Βήμα, είχα καλέσει τον κ. Βενιζέλο, ως Αντιπρόεδρο και Υπουργό επί των Οικονομικών, να τοποθετηθεί, επιτέλους, ποια είναι η άποψη της Κυβέρνησης, αλλά και του Κόμματός του, του ΠΑΣΟΚ, για την Ευρώπη, ποια είναι η άποψή του όσον αφορά την πορεία της Ευρώπης γι’ αυτό το οποίο λέμε εμείς, ως Δημοκρατική Αριστερά, εδώ και πάρα πολύ καιρό για τις πολιτικές που καταστρέφουν την Ευρώπη, γι’ αυτόν τον σκληρό, «μαύρο» άξονα Μέρκελ-Σαρκοζί, που πεισματικά, με εμμονές, ιδεοληψίες, οδηγούν την Ευρώπη σε πλήρες αδιέξοδο. Είπαμε ότι εμείς επιθυμούμε μία ευρωπαϊκή Γερμανία και όχι μία γερμανική Ευρώπη. Και είχαμε πει εδώ και ένα χρόνο ότι η Ευρώπη ή θα οδηγηθεί σε ολοκλήρωση ή θα καταρρεύσει.


Μέσα σε αυτές, λοιπόν, τις συμφωνίες περιέχονται, συμπυκνώνονται οι αντιλήψεις αυτές, οι αντιλήψεις που οδηγούν σε πλήρες αδιέξοδο την Ευρώπη. Είπε, λοιπόν, ο κ. Βενιζέλος –με ευχαρίστηση τον ακούσαμε, αλλά θα εντοπίσουμε και την αντίφαση- ότι παρακολουθούμε μία Ευρώπη όπου επικρατεί ο ευρωπαϊκός εθνικισμός, ότι υπάρχει απουσία αλληλεγγύης, ότι δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε το μονόχνοτο γραμμικό λόγο που τείνει στη δημοσιονομική προσαρμογή, ότι δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε το μονόδρομο της λιτότητας, ότι λείπει η ανάπτυξη, ότι καταρρέει το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Με λίγα λόγια περιγράφει μία Ευρώπη, η οποία πόρρω απέχει από αυτήν την Ευρώπη, που τουλάχιστον οι αριστερές ευρωπαϊκές δυνάμεις οραματίζονταν.


Όμως, με αυτήν την επιχειρηματολογία του κυρίου Βενιζέλου αντιμετώπισε τις ίδιες συνθήκες ο κ. Ολάν στη Γαλλία. Αξίζει τον κόπο να γνωρίζουμε ποια ήταν η στάση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, του εν δυνάμει κυβερνητικού κόμματος και ελπίζουμε από την πλευρά μας να είναι το πρώτο βήμα αλλαγής των συσχετισμών της Ευρώπης ο Ολάν στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο κ. Ολάν, λοιπόν, απέσυρε την κοινοβουλευτική ομάδα –αν δεν κάνω λάθος – από το γαλλικό Κοινοβούλιο, προκειμένου να τονίσει –για να μην πω να υπερτονίσει- τη πρόθεσή του να προβεί και να διαπραγματευθεί ή να αλλάξει με τη δύναμη που έχει το συγκεκριμένο σύμφωνο. Παρέμειναν είκοσι Βουλευτές του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Βουλή, οι οποίοι καταψήφισαν από κοινού με την Αριστερά. Η ίδια ακριβώς διάθεση υπάρχει και εκ μέρους των αντίστοιχων δυνάμεων στη Γερμανία.


Υπάρχει κάποιος από τους παριστάμενους να πιστεύει ότι ο κ. Ολάν ή οι «πράσινοι» είναι αντιευρωπαϊστές και ότι θέλουν να κατακρημνίσουν την Ευρώπη; Όχι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Απλούστατα αυτήν την στιγμή γίνεται μία τεράστια προσπάθεια σε όλη την Ευρώπη να διαμορφωθεί το αντίπαλο δέος αυτού του «μαύρου» άξονα. Γίνεται προσπάθεια να διαμορφωθεί ένας νέος συσχετισμός, προκειμένου να υλοποιήσει -όσο αυτό είναι δυνατό- το όραμά μας για αυτήν την νέα Ευρώπη. Σε αυτόν το νέο συσχετισμό η Δημοκρατική Αριστερά θέλει να ενταχθεί, για να μην πω ότι είναι ήδη ενταγμένη. Κάνει σε αυτήν εδώ τη χώρα το καθήκον της, όσο της αναλογεί, προκειμένου να ενισχύσει αυτόν τον άξονα.


Πρέπει να απαντήσουμε ορθά-κοφτά και στην άλλη άποψη του αναχωρητισμού, του να εγκαταλείψουμε την Ευρώπη και να επιστρέψουμε στο ευρώ. Δεν είναι μονόδρομος η Ευρώπη. Η Ευρώπη είναι το κοινό μας σπίτι. Και από το σπίτι αυτό δεν μπορεί κανένας να μας διώξει. Εξαρτάται από μας το κατά πόσο θα αλλάξουμε τους συσχετισμούς, το κατά πόσο θα κάνουμε αυτό το σπίτι λειτουργικό, το κατά πόσο θα το νιώθουμε πραγματικά δικό μας σπίτι. Αυτήν τη στιγμή δεν το νιώθουμε. Δεν θα το εγκαταλείψουμε, όπως δεν εγκαταλείπουμε και αυτήν εδώ τη χώρα, αν δεν μας αρέσουν οι συσχετισμοί. Εξάλλου, πού θα πάμε; Αυτό είναι το πολιτικό παιχνίδι, ο σκληρός πυρήνας του πολιτικού παιχνιδιού. Και αυτό το πολιτικό παιχνίδι η Δημοκρατική Αριστερά θέλει να το παίξει και το παίζει καθημερινά.


Η ερώτηση, λοιπόν, είναι προς τα δύο κόμματα της συγκυβέρνησης: Τι έπραξαν τα τελευταία δυόμισι χρόνια ούτως ώστε να ενισχύσουν αυτόν το συσχετισμό; Τι έπραξαν προκειμένου να πείσουν τον ελληνικό λαό ότι αξίζει τον κόπο πραγματικά να αγωνιστούμε μέσα σε αυτήν την Ευρώπη; Εμείς κατηγορούμε τα δύο κόμματα ότι με την πολιτική τους, δυστυχώς, διαμόρφωσαν και αύξησαν το ποσοστό του ευρωσκεπτικισμού στη χώρα, γιατί δεν αντιμετώπισαν με τόλμη τα μεγάλα προβλήματα που βιώναμε ως χώρα.


Ακούσαμε, επίσης, τον κ. Βενιζέλο να λέει «ας εκμεταλλευθούμε, επιτέλους, αυτό το κεφάλαιο που κατακτήσαμε με τις θυσίες του ελληνικού λαού και ας το κάνουμε ένα πλεονέκτημα, για να ξεκινήσουμε». Αντιστρέφουμε το ερώτημα. Αυτό το κεφάλαιο ο ελληνικός λαός και η χώρα το είχε από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου. Θέλω να θυμίσω ότι η Δημοκρατική Αριστερά όταν υπεγράφη η Συνθήκη της 21ης Ιουλίου 2011 και στη συνέχεια της 26ης και 28ης Οκτωβρίου είχε τοποθετηθεί με σαφήνεια και είχε δηλώσει ότι αυτές οι δύο Συνθήκες δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά αποτελούν μία ανάσα. Μία ανάσα για ποιο λόγο; Γιατί υποτίθεται ότι θα έπρεπε να κινητοποιήσουν όλο το πολιτικό σύστημα, όλες τις υγιείς δυνάμεις αυτής της χώρας, για να διαμορφώσουμε τη δική μας πρόταση για τη διέξοδο από την κρίση.


Είπε, επίσης, ο κ. Βενιζέλος «ας εκμεταλλευθούμε για να μετατρέψουμε αυτό το πλεονέκτημα στη δική μας πρόταση». Αλήθεια, αυτή η δική μας πρόταση γιατί δεν διαμορφώθηκε από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου; Μην μου πείτε ότι υπάρχει ελληνική πρόταση για τη διέξοδο από την κρίση. Μία είναι η πολιτική, η οποία δυστυχώς υπαγορεύτηκε, επιβλήθηκε από τους δανειστές μας όλο αυτό το διάστημα. Τίποτα δεν κάναμε. Σε ποια θέση βρισκόμαστε τώρα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι; Η ανεργία είναι στο 22%, το ποσοστό των συμπολιτών μας που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας είναι 30%, τα λουκέτα είναι δεκάδες χιλιάδες, οι αμοιβές είναι στο ναδίρ, η δημόσια διοίκηση είναι εξουθενωμένη, διαλυμένη, ανίκανη στοιχειωδώς να διαχειριστεί οποιοδήποτε –έστω και μεγαλεπήβολο- σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας, οι κοινωνικές δομές καταρρέουν. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι αυτό που μου είπε κάποιος, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι δεν υπάρχουν χρήματα ούτε για να αλλάξουμε τις καμένες λάμπες στα φανάρια στους δρόμους, χωρίς ίχνος υπερβολής. Ακριβώς αυτή είναι η κατάσταση και καλό είναι να μεταφέρεται στην εκτελεστική εξουσία, ούτως ώστε να γνωρίζουν τι συμβαίνει.


Για ποιο λόγο, λοιπόν, καταψηφίζουμε επί της αρχής το νομοσχέδιο; Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, υπάρχει μία αναφορά στο άρθρο 3 και κυρίως αυτό το άρθρο καταψηφίζουμε. Τι λέει το άρθρο 3; Λέει ότι σκοπός του Μηχανισμού είναι η κινητοποίηση χρηματοδότησης και παροχής στήριξης σταθερότητας υπό αυστηρούς όρους προς όφελος των μελών σε χώρες –προσέξτε από εδώ και πέρα- εφ’ όσον είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της και των κρατών-μελών της. Προσέξτε, όρος για τη διάσωση δεν είναι το στοιχείο της αλληλεγγύης, ότι δηλαδή μια χώρα αντιμετωπίζει πρόβλημα –όπως είναι οι Έλληνες στην Ευρωπαϊκή Ένωση και όπως γίνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής- και στηρίζουμε. Προϋπόθεση για τη στήριξη είναι αν αυτή η χώρα αποτελεί το καρκινικό κύτταρο που μπορεί να μεταδώσει την ασθένεια σε όλη την Ευρώπη. Ψηφίζουμε, δηλαδή, το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που επαγγελλόμαστε όλοι, την αλληλεγγύη. Αυτό ψηφίζουμε.


Τέλος, αποτελεί οξύμωρο –για να μην πω, ειρωνεία- το να αναφέρεται στο άρθρο 3 επίσης ότι η συγκεκριμένη συμφωνία δίνει ιδιαίτερο βάρος στους κοινωνικούς εταίρους, σύμφωνα με τα εθνικά συστήματα κάθε κράτους-μέλους. Και εδώ δεν πρέπει να ξεχνάμε το πόσο απαξιώθηκαν, λοιδορήθηκαν, προπηλακίστηκαν οι κοινωνικοί εταίροι, όταν κάτω από ένα πλαίσιο αλληλεγγύης και συνεννόησης αποφάσισαν ότι οι κατώτεροι μισθοί δεν πρέπει να θιχτούν. Άρκεσε απλώς και μόνο η αναφορά ότι δεν ανταποκρίνεται η συμφωνία αυτή στις περιστάσεις, για να οδηγηθούμε στους μισθούς τους οποίους ξέρουμε.


Γι’ αυτό το λόγο, η Δημοκρατική Αριστερά καταψηφίζει επί της αρχής το συγκεκριμένο νομοσχέδιο και θα ψηφίσει «ΠΑΡΩΝ» στα δύο πρώτα άρθρα που αναφέρονται στις δύο συμφωνίες του μηχανισμού και «ΟΧΙ» στο Σύμφωνο Σταθερότητας του άρθρου 3.


Ευχαριστώ πολύ.
Μόνη συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομικών «Κύρωση της Απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που τροποποιεί το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), της Συνθήκης για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και της Συνθήκης για τη σταθερότητα, το συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση».