Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

ΟΜΙΛΙΑ ΤΣΟΥΚΑΛΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών έχει καταλήξει. Θεωρεί ότι το σκάνδαλο του Βατοπεδίου είναι το μεγαλύτερο σκάνδαλο που έχει ανακύψει στη χώρα μας μεταπολιτευτικά, στη νεότερη ιστορία. Έχει καταλήξει στους υπευθύνους. Έχει καταλογίσει πολιτικές ευθύνες σε ποσοστά δυσθεώρητα, της τάξεως του 98% και στα δυο Κόμματα. Θεωρεί ότι πρέπει να υπάρξει περαιτέρω διερεύνηση ποινικών ευθυνών σε ποσοστό άνω του 80%. Αδιαφορεί για την περιπτωσιολογία, ποιος Υπουργός υπέγραψε, πού υπέγραψε, τι έπραξε. Όλη η περιπτωσιολογία βρίσκεται στα πορίσματα που έχουμε καταθέσει.Άλλα περιμένει ο ελληνικός λαός, ο Έλληνας πολίτης. Περιμένει απ’ όλα τα Κόμματα να του πουν με βεβαιότητα, με ακρίβεια τι έφταιξε, να του πουν ποιος συνέπραξε σ’ αυτό το έγκλημα και κυρίως, να του προτείνουν το θεσμικό εκείνο πλαίσιο, όπου οτιδήποτε εμφανίστηκε ως Βατοπέδι να μην ξαναεμφανιστεί σ’ αυτή τη χώρα.Πιστεύω, χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τους αγαπητούς συναδέλφους που είμαστε μαζί στην Επιτροπή όλες αυτές τις ημέρες και δεινοπαθήσαμε, ότι αυτό που ζητάει ο ελληνικός λαός δεν το άκουσε απ’ αυτό εδώ το Βήμα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όπως είπα, η ιστορία του Βατοπεδίου είναι το σοβαρότερο σκάνδαλο που έχει συμβεί ποτέ στη χώρα μας. Ενέσκηψε σ’ αυτή εδώ τη χώρα εν είδει ακραίου φαινομένου. Σάρωσε τα πάντα και αυτό, όχι μόνο για το ύψος και το μέγεθος της κατασπατάλησης του δημόσιου χρήματος και της δημόσιας περιουσίας, αλλά και γιατί, ίσως για πρώτη φορά με τέτοια καθαρότητα, ξεδίπλωσε όλες τις δομές και τις διαδρομές που ακολουθούν τα οργανωμένα συμφέροντα για να λεηλατούν την ελληνική κοινωνία.Αν αφαιρέσει κανείς τις λεπτομέρειες και τα ονόματα, θα δούμε ότι σε όλα τα σκάνδαλα υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, μια διαρκής συναλλαγή πολιτικών και κρατικών στελεχών με οργανωμένα συμφέροντα, που έχει σκοπό τη λεηλασία του δημόσιου πλούτου, τη δημιουργία μαύρου χρήματος και πολιτικής δύναμης. Μέσα από το συγκλονιστικό αποδεικτικό υλικό ξετυλίγεται με τον πλέον παραστατικό τρόπο ο συνεκτικός ιστός ή το υπόστρωμα, αν θέλετε, πάνω στο οποίο εκτυλίχθηκε το σκάνδαλο, η διαχρονική, νοσηρή και αδιαφανής σχέση αλληλεξάρτησης και συνενοχής μεταξύ πολιτικής και Εκκλησίας, σχέση που διαμορφώνει εξωθεσμικά κέντρα παρέμβασης και επιβολής, όπου πολιτικές ηγεσίες, πολιτικοί, δικαιοσύνη, θεσμικά όργανα, οικονομικοί και κοινωνικοί φορείς υποτάσσονται και διεκπεραιώνουν θεϊκώ δικαίω.Δυστυχώς, στη χώρα μας εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαροί τομείς της δημόσιας ζωής όπου επικρατούν οι θεσμοί και οι νόμοι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το δέος του ρασοφόρου οδηγεί σε συμπεριφορές που προσιδιάζουν σε θεοκρατικό καθεστώς.Παρακάμπτεται κάθε κοσμικός θεσμός και οι υπηρεσιακοί παράγοντες μετατρέπονται σε μεταπράτες της θεϊκής βούλησης. Θα ήταν απρόσφορο και αναποτελεσματικό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να αναζητήσουμε τον ενορχηστρωτή του εκπληκτικού συντονισμού των διαφόρων επιπέδων και παραμέτρων του σκανδάλου μόνο στις πολιτικές ηγεσίες και τις κυβερνήσεις. Αυτή η στενή θεώρηση μπορεί να οδηγήσει στο επιφανειακό και επιπόλαιο συμπέρασμα ότι μία κυβερνητική αλλαγή θα μπορούσε ίσως να υπαγορεύσει και τη λύση του προβλήματος. Όμως, αυτό είναι ουτοπικό και ατελέσφορο και θα πρέπει να το καταλάβουμε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.Σοκ και δέος, λοιπόν, προκάλεσαν σε όλα τα μέλη της Επιτροπής όσα εκτυλίχθηκαν ενώπιόν της.

Τα ίδια συναισθήματα διακατέχουν το σύνολο σχεδόν των πολιτών. Διαισθητικά έστω υπονοούν πλήρως τη σοβαρότητα του σκανδάλου, το εύρος και το βάθος του. Και καταλογίζω, όπως είπα προηγουμένως, με συντριπτικά ποσοστά πολιτικές και ποινικές ευθύνες σε πολιτικούς και των δύο κυβερνητικών κομμάτων. Απαιτούν εδώ και τώρα κάθαρση έμπρακτη, μακριά από ανώδυνες αντικειμενικές πολιτικές ευθύνες και δήθεν αναπομπές και έμπρακτες μετάνοιες. Και καταλήξαμε σήμερα στην Ολομέλεια με ουσιαστικά δύο τελείως αντιφατικά πορίσματα –μην σας παραξενεύει αυτό, θα το καταλάβετε- ή μάλλον με πορίσματα δύο κατηγοριών. Από τη μία έχουμε τα πορίσματα των δύο μεγάλων κομμάτων, των δύο κυβερνητικών κομμάτων που διαχειρίστηκαν τη συγκεκριμένη υπόθεση. Και μιλάμε για τα δύο κόμματα, τα οποία διαβρωμένα από τον κυβερνητισμό και την αλαζονεία, είναι ανίκανα και ανήμπορα να διαπιστώσουν ακόμα και πολιτικές ευθύνες –δεν αναφερόμαστε στις ποινικές- κατά την περίοδο της διακυβέρνησής τους. Και με τα πορίσματα των δύο κομμάτων, οι πολίτες, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτή τη στιγμή καγχάζουν, λοιδορούν και εξοργίζονται. Και έχουν απόλυτο δίκιο.Εμείς, ως Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., νιώθουμε απολύτως δικαιωμένοι για την αρχική επιμονή μας για σύσταση μόνο της Εξεταστικής Επιτροπής για διερεύνηση του σκανδάλου σε βάθος χρόνου και όχι στις απαγορευτικές προθεσμίες της Προκαταρκτικής Επιτροπής, αλλά και γιατί είναι πάγια θέση μας για πλήρως τεκμηριωμένες αιτιάσεις όταν πρόκειται για αναφορές σε ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων.Το αποτέλεσμα μας δικαίωσε, γιατί τώρα –και μόνο τώρα- μπορούμε να αχθούμε σε ασφαλή συμπεράσματα και κρίσεις, με καθαρή συνείδηση και σύμφωνα με τις αρχές μας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είχαμε την πολιτική υποχρέωση τόσο απέναντι στους πολίτες, όσο και απέναντι στους ψηφοφόρους μας, να καταθέσουμε εγκαίρως και ολοκληρωμένες τις πορισματικές μας θέσεις για την ουσία του σκανδάλου, τις αιτίες που το προκάλεσαν, τις πολιτικές που το εξέθρεψαν και το γιγάντωσαν και τους τρόπους αποτροπής επανεμφάνισής του. Κατόπιν αυτού, η φιλοσοφία του δικού μας πορίσματος δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ταυτιστεί μ’ αυτή των δύο κομμάτων. Εμείς διαπιστώνουμε, βεβαίως, σαφέστατες, διακριτές και προσωποποιημένες πολιτικές ευθύνες σε εννέα συγκεκριμένα πρόσωπα τόσο της περιόδου διακυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όσο και της περιόδου διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, δηλαδή συγκεκριμένα στους κ.κ. Δρυ, Φωτιάδη, Κοντό, Δούκα, Μπασιάκο, Ρουσόπουλο, Βουλγαράκη, Κιλτίδη και Μπέζα.Ξεκινώντας απ’ αυτά τα πολιτικά πρόσωπα, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στο συμπέρασμα του καταλογισμού πολιτικής ευθύνης στην κορυφή της πυραμίδας, δηλαδή μέχρι το πρωθυπουργικό γραφείο. Θεωρούμε, επίσης, ότι εκτός των πολιτικών ευθυνών, απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση για τη διακρίβωση ύπαρξης ποινικών ευθυνών σε ορισμένα από τα πρόσωπα αυτά. Αυτά τα πρόσωπα, λοιπόν, κατανέμονται σε τρεις κατηγορίες. Τα δύο πρώτα που είναι ο κ. Δρυς και ο κ. Φωτιάδης, δυστυχώς όσον αφορά τις ποινικές ευθύνες, είναι παραγεγραμμένα τα αδικήματα. Σε αντίθετη περίπτωση, θα προτείναμε και την παραπομπή αυτών των δύο πολιτικών στην Προκαταρκτική Επιτροπή. Τα άλλα τρία πρόσωπα είναι αυτά που έχουν αφήσει αποτύπωμα στην όλη διαδικασία με την υπογραφή τους σε διάφορες αποφάσεις ή γνωμοδοτήσεις ή άλλα έγγραφα. Και είναι οι κ.κ. Δούκας, Κοντός και Μπασιάκος. Και είναι και οι δύο τελευταίοι, οι οποίοι ναι μεν δεν έχουν αφήσει αποτύπωμα υπογραφής, πλην όμως τα κενά τα οποία είχαμε και έχουμε ως Επιτροπή από την όλη διαδικασία δεν μπορούν να μας οδηγήσουν σε ασφαλή κρίση για το βαθμό εμπλοκής τους στην όλη υπόθεση.

Αναφερόμαστε στους κ.κ. Ρουσόπουλο και Βουλγαράκη, οι οποίοι άφησαν και με τις καταθέσεις τους, αλλά και με το αποδεικτικό υλικό που έχουμε στα χέρια μας, μεγάλα κενά όσον αφορά το βαθμό εμπλοκής τους στην όλη υπόθεση.Ένα τεράστιο κενό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στην όλη προσπάθεια διερεύνησης του σκανδάλου ήταν τα ελλιπέστατα στοιχεία που αφορούσαν τη διακίνηση των τεράστιων ποσών που αφορούσαν στις συναλλαγές της Μονής, αλλά και όχι μόνο. Παρατηρήθηκε περίεργη ολιγωρία των αρμοδίων αρχών να διερευνήσουν τους σχετικούς λογαριασμούς.Κατόπιν αυτού, ήταν αδύνατο να ακολουθήσουμε μέχρι τέλους την πορεία του χρήματος. Γνωρίζετε όλοι πάρα πολύ καλά ότι η παρακολούθηση της πορείας του χρήματος είναι ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες, προκειμένου να διαλευκανθούν όλες οι πτυχές ενός σκανδάλου. Εδώ, λοιπόν, δεν έχουμε φτάσει ούτε στη μέση της πορείας αυτής. Δεν γνωρίζουμε τους τελικούς αποδέκτες ποσών άνω των 10.000.000 ευρώ και βεβαίως δεν έχουμε αξιολογήσει ακόμα τους λογαριασμούς που ήρθαν από την Κύπρο, στο αν κατέληξε και σε ποια φυσικά πρόσωπα. Και μόνο αυτό θα ήταν επαρκής δικαιολογία, προκειμένου να ζητήσουμε τη σύσταση της Προκαταρκτικής Επιτροπής. Δεν θα μπορούσαμε, όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να ολοκληρώσουμε τη διαδικασία αυτής της Εξεταστικής Επιτροπής χωρίς να καταλήξει το πόρισμά μας σε κάποιες προτάσεις θεσμικού χαρακτήρα, προτάσεις που θα θωρακίσουν τον πολιτικό και δημόσιο βίο με νέους θεσμούς ή θα αναδιαρθρώσουν και ενισχύσουν τους ήδη υφιστάμενους.

Η προσπάθεια αυτή απαιτεί γενναίες πολιτικές αποφάσεις και ρήξεις με πάγιες ιδεοληψίες και εμμονές και ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις. Προϋποθέσεις, όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, που σήμερα θεωρούμε ότι, δυστυχώς, το πολιτικό μας σύστημα δεν τις έχει. Και αναφερόμαστε σ’ αυτές τις προτάσεις τις οποίες περίμενα να τις ακούσουμε από όλους, αλλά δυστυχώς μέχρι τώρα δεν τις ακούσαμε. Η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήδη από τις 22 Νοεμβρίου 2005 είχε καταθέσει πρόταση νόμου για τη ρύθμιση σχέσεων πολιτείας και Εκκλησίας, θρησκευτικές ενώσεις και κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία μπορεί να θεσπιστεί ανεξάρτητα από την απαραίτητη και αναγκαία συνταγματική αναθεώρηση. Εδώ και τώρα διακριτές σχέσεις μεταξύ κράτους και Εκκλησίας. Το τεράστιο θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας, τα εκατομμύρια στρεμμάτων εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας συνιστά από μόνο του ένα «θερμοκήπιο» διαπλοκής και διαφθοράς. Η ατολμία των κυβερνήσεων συντηρεί αυτή την εκκρεμότητα. Οι αποτυχημένες μέχρι τώρα προσπάθειες αναδεικνύουν ακριβώς αυτές τις κυβερνητικές επιλογές.Θα αναφερθώ στην τεράστια προσπάθεια του αείμνηστου Αντώνη Τρίτση η οποία έμεινε μετέωρη. Και εδώ, βεβαίως, η ευθύνη και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Νέας Δημοκρατίας στη συνέχεια είναι εμφανής. Εδώ και τώρα, λοιπόν, να επαναφέρουμε εκείνο το όραμα του Αντώνη Τρίτση και να προχωρήσουμε στην ολοκλήρωση αυτής της άριστης εκκρεμότητας. Για την άρση των φορολογικών προνομίων της Εκκλησίας όσον αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, υπάρχει πρόσφατη νομοθετική μας πρωτοβουλία η οποία, δυστυχώς, δεν τελεσφόρησε.

Θέλω να αναφερθώ εδώ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και να πω ότι η κοινωνία όσον αφορά αυτά τα τρία θέματα, δυστυχώς είναι πιο ώριμη από τα κυβερνητικά κόμματα της χώρας, η οποία με συντριπτικά ποσοστά αποδέχεται αυτές τις θέσεις. Και όσον αφορά αυτό το θεσμικό πλαίσιο, τα κυβερνητικά κόμματα είναι άτολμα να προχωρήσουν και να τα αγγίξουν, προφανώς για λόγους κομματικού συμφέροντος. Τέταρτη παρέμβαση θεσμικού χαρακτήρα είναι η ριζική αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου διαχείρισης και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας με συγκεκριμένες επιμέρους προτάσεις. Προέκυψε τεράστιο ζήτημα στην Επιτροπή όσον αφορά στον τρόπο διαχείρισης. Εμείς –πιστεύω ότι είναι ομόφωνη η θέση όλων των μελών της επιτροπής, ανεξαρτήτως αν δεν το ομολογούν όλοι- μιλάμε για καταλήστευση της δημόσιας περιουσίας. Κατάργηση του αναγκαστικού νόμου 1539/38, του μεταξικού, ο οποίος καθορίζει τον τρόπο διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας. Λεπτομερής καταγραφής αυτής της περιουσίας. Κανένας δεν γνωρίζει πού βρίσκεται, σε ποια κατάσταση είναι τώρα, πόσες καταπατούνται. Γενική αναδιάρθρωση του φορέα διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας. Η ΚΕΔ φαίνεται ότι είναι ανεπαρκής. Μέθοδοι, τρόποι εκτίμησης της δημόσιας περιουσίας. Τρόπος σύνταξης συμβολαίων που εκχωρούν ή συναλλάσσονται με πολίτες όσον αφορά δημόσια περιουσία. Πέμπτη θεσμική πρόταση. Η ριζική αναδιάρθρωση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Εδώ πραγματικά απογοητευθήκαμε όλοι. Δυστυχώς, δεν είναι μόνο πλέον ότι το Νομικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί βάσει συγκεκριμένων και μεθοδευμένων ερωτημάτων που τίθενται από την εκάστοτε πολιτική εξουσία, αλλά ότι δεν έχει τη δυνατότητα να διευρύνει τον προβληματισμό του και την κρίση του πέρα από αυτές, από αυτά τα ερωτήματα. Έχουμε φτάσει, οδηγηθήκαμε στο συμπέρασμα πλέον ότι το Νομικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί βάσει της εικαζόμενης βούλησης της πολιτικής ηγεσίας. Σ’ αυτό το σημείο έχουμε φτάσει. Πρέπει, λοιπόν, να διευρυνθεί, να αναθεωρηθεί το πλαίσιο του Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Η προστασία δασών και δασικών εκτάσεων αποτελεί τεράστιο πρόβλημα. Η διαδικασία χαρακτηρισμού της περιοχής της Ουρανούπολης είναι παράδειγμα προς αποφυγή. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα, που, αν τελεσφορούσε, θα προσέφερε στη Μονή κέρδος άνω των 500 εκατομμυρίων. Έκταση 8.600 στρεμμάτων αποτιμήθηκε από τους ορκωτούς εκτιμητές 1.100.000 ευρώ και με τη διαδικασία χαρακτηρισμού που μεθοδευόταν είχαν χαρακτηριστεί «χορτολίβαδο» οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα με δυνατότητα επιχειρηματικής δραστηριότητας, με κάλυψη 10% στην περιοχή. Φανταστείτε την υπεραξία! Ευτυχώς, η αποκάλυψη αυτού του σκανδάλου απέτρεψε την πλήρη καταλήστευση της δημόσιας περιουσίας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αλλαγή του νόμου «περί ευθύνης Υπουργών». Εδώ έχουμε αναλάβει και εμείς ακόμη την υποχρέωση για νομοθετική πρωτοβουλία της αλλαγής. Τα κενά φάνηκαν τώρα, δυστυχώς, και κυρίως με την πρόταση για τη λεγόμενη «προκαταρκτική επιτροπή», όπου κάποιοι, κυρίως από τη Νέα Δημοκρατία, παραπλανητικά την ονομάζουν «προανακριτική επιτροπή». (Στο σημείο αυτό κτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή)Τελειώνω, κύριε Πρόεδρε. Δεν είναι προανακριτική επιτροπή. Το προανακριτικό έργο πλέον το αναλαμβάνει απευθείας η δικαστική εξουσία και όχι η Βουλή. Η Βουλή διερευνά και το κενό αυτό είναι ότι στη συγκεκριμένη διαδικασία θα έπρεπε να ακολουθείται, όπως λέμε εμείς, η νομική διαδικασία in rem. Θα έπρεπε δηλαδή να εξετάζουμε τις πράξεις, δίχως αναφορά σε πρόσωπα και στη συνέχεια καταληκτικά, όταν ολοκληρώνει τις εργασίες της αυτή η επιτροπή, να αναφέρει σε ποια συγκεκριμένα πρόσωπα αναφέρονται οι συγκεκριμένες πράξεις. Αναβάθμιση της Επιτροπής Καταπολέμησης Νομιμοποιήσης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν έχουν περάσει παρά ελάχιστοι μήνες όπου επιβεβαιώθηκε αυτό που σχεδόν όλα τα Κόμματα της Αντιπολίτευσης είχαν καταλογίσει στην Κυβέρνηση. Υποβαθμίζοντας την ανεξάρτητη αρχή σε απλή επιτροπή ουσιαστικά την κατέστησαν υποχείριο του εκάστοτε Υπουργού Οικονομικών. Οι ανακολουθίες, οι καθυστερήσεις και οι ανεπάρκειες που επέδειξε η Επιτροπή αυτή όσον αφορά το άνοιγμα των λογαριασμών και την παροχή των απαραίτητων στοιχείων στην Εξεταστική Επιτροπή θεωρούνται από πολλούς της Επιτροπής ύποπτα έως και μεθοδευμένα.

Τελειώνουμε, λέγοντας ότι πραγματικά ήταν μια εξουθενωτική διαδικασία. Πρέπει πραγματικά να δώσουμε συγχαρητήρια στους συναδέλφους από όλες τις παρατάξεις που συμμετείχαν εκεί. Θεωρώ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πως αν η Επιτροπή ανεξάρτητα, αδέσμευτα, χωρίς την κομματική πίεση οδηγούνταν στη σύνταξη του πορίσματος, το πόρισμα θα ήταν ομόφωνο. Αυτή είναι η προσωπική εκτίμηση. Αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε και σαν Κόμμα. Δυστυχώς, όμως, οι κομματικές σκοπιμότητες και η Ολομέλεια υπαγορεύει διαφορετικά από τη συνείδηση του καθενός Βουλευτή ξεχωριστά. Ευχαριστώ πολύ.