Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Μέτρα και Μέσα για μια Βιώσιμη και Ανταγωνιστική Ενεργειακή Πολιτική


ΟΜΙΛΙΑ ΝΙΚΟΥ ΤΣΟΥΚΑΛΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ

Κάθε φορά που συζητάμε ενεργειακά θέματα, πλήττουμε τον πυρήνα του αναπτυξιακού μοντέλου, το οποίο αναπτύσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα τις τελευταίες δεκαετίες, δηλαδή πλήττουμε το μοντέλο εκείνο του άκρατου καταναλωτισμού, και της άναρχης ανάπτυξης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και γενικότερα της ελεύθερης, ή για να το πω καλύτερα, της ασύδοτης διαχείρισης των προϊόντων και των υπηρεσιών και όχι των ανθρώπων. Τούτων δοθέντων θα μου επιτρέψετε να πω ότι η τοποθέτηση κάθε κόμματος και καθενός από εμάς απέναντι σ’ αυτό το ζήτημα είναι έντονα πολιτική και φέρει σαφέστατες ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές. Πάνω στα θέματα αυτά πρέπει να τοποθετηθεί καθένας από εμάς και εκεί όλοι μας κρινόμαστε.

Όμως, το θέμα της ενεργειακής διαχείρισης και το θέμα του μοντέλου ανάπτυξης είναι τόσο διαχρονικό στην Ελλάδα όσο είναι και η μεταπολιτευτική μας δημοκρατία.
Εδώ έχουμε να κάνουμε βεβαίως με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές. Οι διάφορες καθυστερήσεις και υστερήσεις της χώρας μας έχουν σχέση με το συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης που έχει επιλέξει συνειδητά η Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, προκειμένου να πετύχει ρυθμούς ανάπτυξης και αυτό είναι η οικοδομική δραστηριότητα, το real estate και η βαριά βιομηχανία του τουρισμού.

Οι διεθνείς εξελίξεις ανέδειξαν την προστασία του περιβάλλοντος σε μείζον πρόβλημα και η εντεινόμενη οικολογική κρίση δεν αποτελεί πλέον την εμμονή κάποιων οικολόγων ακτιβιστών. Τα πρόσφατα ευρήματα καταδεικνύουν με βεβαιότητα ότι η ανθρωπογενής δραστηριότητα είναι κατά 90% υπεύθυνη για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και συμπεραίνουν ότι οι κυβερνήσεις μπορούν και πρέπει να κάνουν πολύ περισσότερα πράγματα για να το επιβραδύνουν. Η προστασία του περιβάλλοντος έχει αναδειχθεί παγκοσμίως το πλέον βασικό, επείγον πρόβλημα καθοριστικό για τη ζωή του πλανήτη, βάζοντας σε δεύτερο πλάνο τη διαρκή και χωρίς όρους και όρια ανάπτυξη.

Η κλιματική αλλαγή είναι, σήμερα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που καλείται να αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα, αφού απειλούν άμεσα ή έμμεσα όλες τις πτυχές της ζωής: σε περιβαλλοντικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Στους κανόνες της ευρωπαϊκής και διεθνούς κοινότητας, η Ελλάδα είναι ο κακός μαθητής, είναι γεμάτη παρανομίες, καταδίκες και ποινές για επικίνδυνα απόβλητα, για έλλειψη δικτύων αποχέτευσης και βιολογικής επεξεργασίας λυμάτων, για ανεξέλεγκτες χωματερές, για έλλειψη προστασίας των οικοσυστημάτων και πρόσφατα για ανεπάρκεια του συστήματος καταγραφής των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, η οποία θα πλήξει έντονα την Ελλάδα, η πολιτεία εξαντλείται σε δηλώσεις και συνεχίζει μακαρίως τους σχεδιασμούς της για εγκαταστάσεις με λιθάνθρακα, μείωση του πρασίνου και περαιτέρω εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Η κλιματική αλλαγή, πρώιμες επιπτώσεις της οποίας έχουμε ήδη δεχτεί και καταγράψει και είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης συνολικής αναπτυξιακής συμπεριφοράς.

Από ποια κατάσταση ξεκινάει η Ελλάδα;

Από μια υπερβολικά και αδικαιολόγητα ενεργειοβόρα οικονομία (δείκτης έντασης, έλλειψη πραγματικών προδιαγραφών ορθολογικής χρήσης της ενέργειας κλπ.). Από μια παραγωγή ενέργειας βασισμένη κυρίως στο λιγνίτη και το πετρέλαιο. Από δείκτες εκπομπών αερίων και άλλων τοξικών ρύπων πολύ υψηλούς. Η ενεργειακή ένταση της ελληνικής οικονομίας είναι η δεύτερη χειρότερη στην ΕΕ των 15. Ο δείκτης ενεργειακής αποδοτικότητας φτάνει το 66,1% όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 71,3%…
Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται περίπου 4% το χρόνο όταν στην ΕΕ κυμαίνεται μεταξύ 1% και 2%... Σε μας μάλιστα η αύξηση προέρχεται κυρίως από τον τριτογενή τομέα (τρείς φορές πάνω μεταξύ 1990 και 2005), από τη λειτουργία των οικιών (συν 35%) και από τις μεταφορές (συν 28%), πράγμα που σημαίνει ότι η πολιτική καταπολέμησης της υπερβολικής ζήτησης αφορά με πολλές και απρόσμενες χρήσεις που διαχέονται σε όλη την κοινωνία, πέρα από τις βασικές συμβολές της βιομηχανίας και του ίδιου του ενεργειακού τομέα..

Τι έχει κάνει η Κυβέρνηση έως τώρα; Τι κάνει σήμερα; Τι λένε τα σχέδια και οι αποφάσεις που δημοσιεύονται (σχεδόν) κάθε μέρα;

Δεν έχει προχωρήσει αξιόπιστα και αποτελεσματικά σε πολιτικές σύμφωνες με τις δεσμεύσεις της και τις εξαγγελίες της. Η αύξηση εκπομπών αερίων που της αναγνώριζε το Κυότο έχει ήδη ξεπεραστεί και το προβλεπόμενο 25% θα ξεπεράσει το 35% στην προβλεπόμενη προθεσμία. Αν μάλιστα δεν πάρουμε κανένα μέτρο η αύξηση θα φτάσει το 56,4%, πάντα κατά υπολογισμούς του Εθνικού Αστεροσκοπείου. Ανάλογες προβλέψεις έκανε πρόσφατα και ο καθόλα αρμόδιος Επίτροπος κ. Σ .Δήμας. Δεν έχει προχωρήσει στην ανάπτυξη των ΑΠΕ και είναι πολύ δύσκολο έως και να πιάσει τους στόχους για το 2010 (20,1% της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ-σήμερα είμαστε κάτω από το 8,5%...!) και 2020 (29% της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ). Δεν έχει αλλάξει περίπου τίποτε στη διάρθρωση και τη στρατηγική των δημόσιων επενδύσεων (π.χ. στο ΚΠΣ ή το ΕΣΠΑ…) και παραμένει προσανατολισμένη σε ένα παραδοσιακό πρότυπο ανάπτυξης που υποτιμούν ή αγνοούν π.χ το σιδηροδρομικό δίκτυο, ενισχύουν εντατική χρήση των φυσικών πόρων σε δραστηριότητες όπως οι νέες τουριστικές επενδύσεις κλπ. Ανακοινώνει συνεχώς αδειοδοτήσεις παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη αντί προγραμμάτων σταδιακής υποκατάστασης τους. Επιπροσθέτως προγραμματίζει νέες εγκαταστάσεις με εισαγόμενο λιθάνθρακα, δηλαδή επιπλέον εξάρτηση από άνθρακα.

Συγκεκριμένα επί της έκθεσης:

Στα θετικά της νέας έκθεσης να σημειώσουμε την ανάδειξη της ανάγκης για εξοικονόμηση και ορθολογική χρήση της ενέργειας σε θέμα προτεραιότητας, αν και τα περιθώρια σ’ αυτό τον τομέα είναι πιστεύουμε μεγαλύτερα απ’ αυτά που δηλώνονται. Φοβάμαι ότι η οπτική της γίνεται μέσα από το πρίσμα ενός συμβατικού ενεργειακού υποδείγματος που αγνοεί τις εντυπωσιακές εξελίξεις που διαδραματίζονται πλέον στον ενεργειακό τομέα. Μία από τις εξελίξεις αυτές είναι ο μετασχηματισμός των δικτύων και του ρόλου των ενεργειακών εταιριών. Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας, πέραν της εξασφάλισης της επάρκειας σε κιλοβατώρες, είναι να αποκτήσουμε έξυπνα και ευέλικτα δίκτυα που υποδέχονται και εξυπηρετούν αποκεντρωμένες ενεργειακές πηγές. Στο νέο ενεργειακό υπόδειγμα που αρχίζει να διαμορφώνεται, τα συμβατικά καύσιμα θα κληθούν να παίξουν ένα επικουρικό ρόλο σε αντίθεση με τον απόλυτα κυρίαρχο ρόλο που παίζουν σήμερα. Ένας μακροχρόνιος ενεργειακός σχεδιασμός οφείλει να εντάξει αυτές τις αλλαγές στον προβληματισμό του. πιστεύουμε ότι σε ορισμένους τομείς τα περιθώρια είναι σημαντικά μεγαλύτερα. Στον τομέα του φωτισμού, για παράδειγμα, ήδη αρκετές χώρες προχωρούν σε απαγόρευση των λαμπτήρων πυρακτώσεως. Είναι λοιπόν εφικτό από κάθε άποψη (τεχνική, οικονομική, κοινωνική) να υποκατασταθούν οι λαμπτήρες πυρακτώσεως σε σύντομο χρονικό διάστημα και να επιτευχθεί τουλάχιστον τετραπλάσια εξοικονόμηση απ’ αυτήν που περιγράφει η έκθεση.

Θετικό είναι ότι η πυρηνική ενέργεια απορρίπτεται για λόγους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και οικονομικοτεχνικούς, οι οποίοι είναι γνωστοί στην πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας και όχι επειδή η ελληνική κοινωνία ‘στρουθοκαμηλίζει’, όπως πιστεύει κάποια ‘μικρή αλλά σκεπτόμενη μειοψηφία’.
Στα αρνητικά οφείλουμε να επισημάνουμε την ακατανόητη εμμονή στην εισαγωγή του λιθάνθρακα στο ενεργειακό ισοζύγιο, που υποστηρίζεται ως αναγκαία και αναπόφευκτη λύση, λες και πρόκειται για φυσικό φαινόμενο που δεν μπορεί να αποφύγει κανείς. Η εμμονή αυτή είναι ακατανόητη όταν ένα από τα βασικά κριτήρια που θέτει η έκθεση είναι και η “αποδεκτικότητα” της κάθε τεχνολογίας και όταν είναι γνωστή η καθολική απόρριψη του λιθάνθρακα από τις τοπικές κοινωνίες. Δεν κατανοούμε την εμμονή της έκθεσης σε σενάρια για χαμηλές τιμές καυσίμων που δεν ανταποκρίνονται στη σκληρή οικονομική πραγματικότητα που βιώνουμε σήμερα. Το ίδιο ισχύει και για τις εκτιμήσεις για τα αποθέματα των συμβατικών καυσίμων τα οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι τόσο ενθαρρυντικά όπως ισχυρίζεται η έκθεση.
Τόσο η αλματώδης αύξηση των τιμών των καυσίμων, όσο και η ενσωμάτωση του τέλους ρύπανσης στην τιμή της ενέργειας, θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε σημαντικές αυξήσεις των τιμολογίων τα επόμενα χρόνια. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να κρατήσουμε τις ενεργειακές τιμές χαμηλά (πράγμα πλέον ανέφικτο) αλλά να προστατεύσουμε τους οικονομικά ασθενέστερους από την αύξηση των τιμών των ενεργειακών προϊόντων. Η ενεργειακή φτώχεια αγγίζει ένα ποσοστό 20% του πληθυσμού και οι άνθρωποι αυτοί θα πρέπει να είναι οι πρώτοι που θα τους δοθούν κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας για να τα βγάλουν πέρα μακροχρόνια. Σε άλλες χώρες, η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας είναι πλέον τμήμα του μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού.

Η εξοικονόμηση ενέργειας (ΕΞΕ) σε συνδυασμό με τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), είναι ο μοναδικός, οικονομικά βιώσιμος τρόπος για να καταπολεμήσουμε έγκαιρα τις κλιματικές αλλαγές και να καλύψουμε τις ενεργειακές ανάγκες μας Όταν μιλάμε για ενεργειακό σχεδιασμό - αλλά και σε κάθε σχεδιασμό -έχει ιδιαίτερη σημασία όχι ο στόχος, αλλά τα μέσα και τα μέτρα, που υπηρετούν τους στόχους. Στην Ελλάδα διαπιστώνουμε, όμως, καθημερινά αντιφάσεις ανάμεσα σε διακηρυγμένους στόχους ή εξαγγελίες και σε συγκεκριμένες αποφάσεις πράξεις ή παραλείψεις της Κυβέρνησης ή δημόσιων οργανισμών.

Χρειαζόμαστε ένα συνολικό, συνεκτικό και μακροχρόνιο σχέδιο απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, στο πλαίσιο ενός γενικότερου σχεδίου οικολογικής ανασυγκρότησης της χώρας, όπου πρέπει να περιλαμβάνονται άμεσα μέτρα από τώρα, αλλά και προοδευτικές αλλαγές μακράς πνοής. Δηλαδή,
- Να ακυρωθούν αμέσως οι αδειοδοτήσεις για επιπλέον παραγωγή με χρήση λιθάνθρακα και να σχεδιαστεί η προοδευτική μείωση του λιγνίτη –το κάνουν και άλλες χώρες- ο περιορισμός της χρήσης πετρελαίου και μακροχρόνια ακόμα και του φυσικού αερίου που κι αυτό είναι ορυκτό καύσιμο.
- Χρειαζόμαστε μια μαζική ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών με χρονοδιάγραμμα, μέτρα, κίνητρα, επιλογές, με σοβαρή μελέτη και με σεβασμό στο περιβάλλον βεβαίως και όχι με αυθαιρεσίες διαφόρων μεγάλων εταιρειών, οι οποίες νομίζουν ότι βρήκαν εδώ πέρα το νέο Ελντοράντο.
- Να αρθούν οι αδικαιολόγητοι περιορισμοί στην ανάπτυξη της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας. Να προσανατολιστεί η Δ.Ε.Η. –όσο μπορούμε πλέον να την προσανατολίσουμε- σε ενεργή ανάπτυξη στην παραγωγή, κάτι που δεν έκανε στο παρελθόν. Εμπόδιζε την ανάπτυξη των Α.Π.Ε., χάνοντας μια ιστορική ευκαιρία να οδηγήσει ηγεμονικά τις εξελίξεις.
- Να ενισχυθεί η χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και σε αποκεντρωμένες συνθήκες, σε σπίτια, σε ιδιωτικές μονάδες, σε τουριστικά καταλύματα, με κίνητρα, με διοικητικά μέτρα. Για παράδειγμα, κάθε νέο οικοδόμημα να είναι υποχρεωμένο να περιλαμβάνει τέτοιες εγκαταστάσεις. Σημαντικός εδώ είναι και ο ρόλος των ΟΤΑ αφού οι αποκεντρωμένες ενεργειακές πολιτικές δημιουργούν νέες, σταθερές, θέσεις εργασίας σε τοπικό επίπεδο.
- Να μεθοδευτεί το ταχύτερο η έρευνα και η ανάπτυξη στον τομέα της γεωθερμίας.
- Να αποκλεισθεί ρητά η χρήση της ατομικής ενέργειας!
Ούτε εναλλακτική είναι, ούτε οικολογική –προφανώς- ούτε καν οικονομική!
- Χρειαζόμαστε μια δραστική στροφή και μια συνολική πολιτική μείωσης του υπερβολικού ρυθμού αύξησης της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας και γενικότερα, μια πολιτική εξοικονόμησης ενέργειας. Η εξοικονόμηση ενέργειας είναι το σημαντικότερο και το καθαρότερο κοίτασμα ενέργειας. Έχει ειπωθεί πολλές φορές με χιούμορ, αλλά έχει μεγάλη βάση.
- Χρειαζόμαστε αλλαγές στους τρόπους κατανάλωσης: Φωτισμό, θέρμανση-ψύξη, οικοδόμηση, βιοκλιματική αρχιτεκτονική, μεταφορές, συγκοινωνίες, καλλιέργειες. - Οφείλουμε να ξαναδούμε τις επιλογές και τις προτεραιότητες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και του Ε.Σ.Π.Α.. Χρειαζόμαστε έναν αναπροσανατολισμό της έρευνας και της τεχνολογίας, εφαρμοσμένα στη χώρα μας με πολλά κονδύλια, για τις συγκεκριμένες εφαρμογές των νέων μορφών χώρας μας στις περιφέρειες, στους τομείς που χρειάζεται.
Πιστεύουμε ότι το ενεργειακό ζήτημα της χώρας μας είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ θεμελιώδες που προσδιορίζει την κοινωνική ευημερία, την αειφόρο ανάπτυξη, την περιβαλλοντική προστασία.