Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Στην προανακριτική επιτροπή της βουλής για τον Παυλίδη ο Νίκος Τσούκαλης


Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ

Είναι η τρίτη φορά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, που εισηγούμαι εκ μέρους του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς, τη σύσταση Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Δεν ξέρω κατά πόσο συνιστά δυσμενές ή ευμενές προνόμιο για την ολιγόμηνη κοινοβουλευτική μου θητεία -αυτό βεβαίως μπορούν να το πουν οι παλαιότεροι συνάδελφοι- όμως, ένα είναι βέβαιο.

Ο αριθμός είναι μεγάλος, για να μιλούμε απλώς για συμπτώσεις. Και αν λάβουμε υπ’ όψιν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τους φακέλους που εκκρεμούν αυτήν τη στιγμή στη δικαιοσύνη, οι οποίοι για τον έναν ή τον άλλον λόγο δεν έχουν ακόμη φθάσει στη Βουλή, τότε πλέον μπορούμε να αποφανθούμε εάν υπάρχει κάτι που δεν είναι σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας.

Αποτελεί, δυστυχώς, η συζήτηση αυτή ένα αναπότρεπτο σημείο των καιρών, βεβαίως και των ηθών, πολιτικών και κοινωνικών. Η συζήτηση της παρούσας υπόθεσης επαναφέρει στην επικαιρότητα με δραματικό, αλλά και πιεστικό τρόπο σοβαρές εκφάνσεις, νοσηρά συμπτώματα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου, όλα απότοκα της αλαζονείας του δικομματισμού, της αυθαιρεσίας, της ατιμωρησίας, της φαυλοκρατίας, του εκμαυλισμού των συνειδήσεων.

Το περιεχόμενο του διαβιβαστικού εγγράφου, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αμφισβητήσεις. Τα συμπεράσματα που εξάγονται αβίαστα από το πιο πάνω έγγραφο είναι ενδεικτικά της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης του τόπου. Δεν αναφέρομαι βεβαίως -και θα το αποφύγω- στη βασιμότητα των στοιχείων που αναφέρονται στην ποινική εμπλοκή προσώπων -αυτή είναι δουλειά της Επιτροπής, για την οποία εισηγούμαστε βεβαίως να συσταθεί- αξιολογώ αναφορές, επισημάνσεις έως και διαπιστώσεις του δικαστικού εγγράφου. Έτσι, καταλήγουμε αβίαστα στη διαπίστωση ότι το καρτέλ της ακτοπλοΐας ζει και βασιλεύει. Εναρμονισμένες συμπεριφορές που κυριαρχούσαν τόσο επί εποχής ΠΑ.ΣΟ.Κ. και θέριεψαν επί εποχής Νέας Δημοκρατίας, καρτέλ που διαπλέκεται με την εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Ισχυρίζεται ο μηνυτής στις καταθέσεις του ότι του ζητήθηκαν χρήματα –άκουσον, άκουσον, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι- για την εξασφάλιση ισοτιμίας, ισονομίας, αποφυγής παράνομων αποκλεισμών των εταιρειών του από μειοδοτικούς διαγωνισμούς και γενικά για την προστασία των εταιρειών του από τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Προστασία των εταιρειών του! Το τονίζω αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, γιατί αποτελεί στοιχείο δικαστικού εγγράφου. Ανεξαρτήτως της βασιμότητας των κατηγοριών τόσο κατά του συνεργάτη του κυρίου Παυλίδη όσο και κατά του ίδιου, αλήθεια, δεν αναγνωρίζετε στο συγκεκριμένο ισχυρισμό του κυρίου Μανούση την εικόνα της δημόσιας ζωής της χώρας; Δεν νομίζετε ότι η συγκεκριμένη αναφορά είναι τόσο γνώριμη, για να είναι ψέμα; Η ισοτιμία, η ισονομία και το κράτος δικαίου στη χώρα μας εξαρτώνται αποκλειστικά από τη διάθεση, την εντιμότητα κάποιων δημοσίων υπαλλήλων και πολιτικών. Η απόλυτη σχεδόν επικράτηση των ιδιοτελών συμφερόντων σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος, η απουσία οποιουδήποτε ελεγκτικού μηχανισμού, η ανυπαρξία λογοδοσίας και απολογισμού, αυτή είναι η κατάσταση στην Ελλάδα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δυστυχώς. Η ισοτιμία και η ισονομία στη χώρα μας πληρώνονται.

Το δεύτερο ζήτημα, το οποίο επανέρχεται με ένταση, είναι το θέμα του θεσμικού πλαισίου της αναζήτησης ποινικών ευθυνών των πολιτικών προσώπων. Είπαμε και στις προηγούμενες συζητήσεις -το είπα και απ’ αυτό το Βήμα- ότι θα ήταν ευχής έργο εμείς, ως Βουλή, και ατομικά ο καθένας μας, ως Βουλευτές, να καταλογίζαμε αποκλειστικά και μόνο πολιτικές ευθύνες, να εντοπίζαμε τα αίτια που γεννούν αυτήν τη νοσηρή κατάσταση και να προτείνουμε μέτρα αποτροπής τους, ενώ οι ποινικές διαστάσεις να αφορούν αποκλειστικά και μόνο τη δικαιοσύνη. Αυτή είναι η πάγια θέση μας.

Όμως, δυστυχώς, το θεσμικό πλαίσιο μας επιβάλλει να διερευνήσουμε και τα ποινικά στοιχεία της υπόθεσης. Το σύνολο σχεδόν των Βουλευτών μας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, απεύχεται στην κυριολεξία το να εμπλακούμε σε αυτήν την αρμοδιότητα, να δοκιμάσουμε αυτό το πικρό ποτήρι, να επιτελέσουμε δηλαδή καθήκοντα προανακριτικών υπαλλήλων, να εμπλακούμε σε μία στείρα διαδικασία ερμηνείας, εφαρμογής διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να μετατραπούμε εμείς σε εισαγγελείς, σε ανακριτές, σε προανακριτικοί υπάλληλοι, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κύρος και την αξιοπιστία του πολιτικού κόσμου και για τη λειτουργική ανεξαρτησία των πολιτειακών οργάνων και θεσμών, να κρίνουμε εμείς, ως πολιτικά πρόσωπα, ένα συνάδελφό μας. Ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς, είχε προτείνει έγκαιρα και με ένταση την αναγκαιότητα τροποποίησης αυτού του θεσμικού πλαισίου και συγκεκριμένα του νόμου 3126/2003 του Κανονισμού της Βουλής και του Συντάγματος.

Στις 10 Ιουλίου 2008 η Κοινοβουλευτική μας Ομάδα δημοσιοποίησε προτάσεις για τη διαφάνεια και το πολιτικό χρήμα. Πρόταση ευθύνης θεωρούμε εμείς και συνέπειας. Την ίδια μέρα ο Πρόεδρός μας απέστειλε στον κύριο Σιούφα επιστολή με το εξής περιεχόμενο το οποίο πρέπει να αναγνωστεί και για τα Πρακτικά κυρίες και κύριοι συνάδελφοι: «Όπως γνωρίζετε, χθες ως Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ καταθέσαμε δέσμη προτάσεων για τη διαφάνεια και το πολιτικό χρήμα. Η πρώτη εξ΄ αυτών αφορά το ζήτημα της αλλαγής του νόμου 3126/2003 στην κατεύθυνση της άρσης των σύντομων περιόδων παραγραφής και της ευνοϊκής νομικής μεταχείρισης κατηγορουμένων ή ενόχων. Και βεβαίως προς την κατεύθυνση της απεμπλοκής της Βουλής από τη διαδικασία διερεύνησης ποινικών ευθυνών για πολιτικά πρόσωπα και για Υπουργούς βεβαίως, θεωρώντας ότι η σύμβαση του ΟΗΕ κατά της διαφθοράς, προσφέρει μία σημαντική δυνατότητα, εν προκειμένω αξιοποίησης, με συνταγματικά παραδεκτό τρόπο, βάσει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, σας ζητούμε, κύριε Πρόεδρε, να αναθέσετε στο επιστημονικό συμβούλιο της Βουλής να εξετάσει την ερμηνεία του άρθρου 86 του Συντάγματος υπό το πρίσμα της διεθνούς αυτής σύμβασης και δεύτερον τη δυνατότητα αλλαγής του νόμου περί ευθύνης Υπουργών, ώστε να ληφθούν υπ' όψιν η σύμβαση και ιδίως τα άρθρα 29, περί παραγραφής αδικημάτων και 30, παρ. 3 περί κυρώσεων».

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ήμασταν προφητικοί σε εκείνη την πρωτοβουλία μας γιατί ένα μήνα μετά από αυτή την πρωτοβουλία ξέσπασε η υπόθεση Βατοπεδίου, με όσα αυτή αποκάλυψε. Από τις οδυνηρές εμπειρίες που αποκομίσαμε από τη σχετική ενασχόλησή μας με τις ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων προέκυψε αβίαστα η ορθότητα και αναγκαιότητα, αλλαγής του θεσμικού πλαισίου για τις ποινικές ευθύνες των Υπουργών. Στις πορισματικές μας θέσεις για την υπόθεση Βατοπεδίου, η συγκεκριμένη πρόταση καταλαμβάνει αξιολογικά την πρώτη θέση.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η εμπέδωση και θωράκιση της διαφάνειας είναι πρωτίστως πολιτικό ζήτημα και πρωταρχικό αίτημα των Ελλήνων πολιτών. Το μείζον πρόβλημα εν προκειμένω είναι ότι κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών ψηφίζονται σχετικοί νόμοι και πολυποίκιλες διατάξεις τις οποίες τα δύο κόμματα του δικομματισμού, που τις εισηγήθηκαν, παραβιάζουν ποικιλοτρόπως και συνεχώς. Ανεξάρτητα από ελλείψεις, ασάφειες, ή αοριστίες της κείμενης σχετικής νομοθεσίας οι υπάρχουσες νομοθετικές ρυθμίσεις δεν εφαρμόζονται επί της ουσίας και πολλές φορές λειτουργούν ως επίφαση και πρόσχημα.
Ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς έχει καταγγείλει πλείστες όσες φορές αυτή την απαράδεκτη κατάσταση. Οι επιπλέον προτάσεις, πρέπει να προωθηθούν κυρίως προσθετικά στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Όμως απαιτείται πέρα και πάνω από κάθε επιπλέον μέτρο και θεσμική κατοχύρωση, η πολιτική βούληση και παρρησία, ο τερματισμός της διγλωσσίας, η απορρύθμιση, και ο αυτοέλεγχος των κομμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς, θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να υπάρξουν και νέες ρυθμίσεις που θα υπηρετούν την πολιτική διαφάνεια, τη χρηματοδότηση των κομμάτων, τον ουσιαστικό έλεγχο των οικονομικών τους, τη σύννομη και χρηστή διαχείριση του δημόσιου χρήματος, αλλά και την αυστηροποίηση των κυρώσεων. Νοούνται ως απολύτως συνδεδεμένοι με το θέμα οι κανόνες που θα διέπουν τις προμήθειες του δημοσίου, καθώς και η αλλαγή του νόμου περί ευθύνης Υπουργών.

Ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς, έθεσε σε δημόσιο διάλογο, απευθυνόμενος στην κοινωνία και στις άλλες πολιτικές δυνάμεις, τις προτάσεις και αυτό το συγκεκριμένο θέμα. Από τον περασμένο Ιούλιο μέχρι σήμερα, παρόλο που μεσολάβησε η υπόθεση Βατοπεδίου, με όλες τις οδυνηρές συνέπειες για τον πολιτικό κόσμο, αλλά και για κάθε έναν από εμάς διαφορετικά, κανένας δεν είχε την πρωτοβουλία, είτε να αποδεχθεί, είτε να συζητήσει καν αυτές τις προτάσεις.

Το πολιτικό σύστημα έχει οδηγηθεί πλέον σε πλήρης αδιέξοδο. Τόσο από την Κυβέρνηση όσο και από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. η πρότασή μας απαξιώθηκε αρχικά. Θεωρήθηκε ότι η εξίσωση των προβλέψεων του νόμου για τους πολιτικούς αλλά και για τους πολίτες συνιστούσε αγοραίο λαϊκισμό. Όμως, αυτή η κατηγορία είναι διαχρονική και όπως αποδείχθηκε εντελώς αβάσιμη. Αξίζει να αναφερθούμε σε ίδια προβληματική που είχε αναπτυχθεί στο εσωτερικό του ΠΑ.ΣΟ.Κ. εν όψει της Αναθεώρησης του Συντάγματος του 2001. Τον Απρίλιο του 1996 είχε ανακύψει μεγάλη αντιπαράθεση μεταξύ του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης κ. Βενιζέλου και ομάδας στελεχών όσον αφορά την ιδιαίτερη προνομιακή συμπεριφορά του νόμου απέναντι στις ευθύνες των Υπουργών. Τότε ο κ. Βενιζέλος είχε καταλογίσει πρόθεση λαϊκισμού σε όσους διαφωνούσαν. Μεταξύ αυτών που διαφωνούσαν με τον κ. Βενιζέλο ήταν και ο σεβαστός μου καθηγητής Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης. Είχε αποκρούσει τότε τον χαρακτηρισμό και υποστήριζε σθεναρά ότι η εξίσωση έναντι του νόμου πολιτών και πολιτικών αποτελεί υποχρέωση του πολιτικού κόσμου.

Η ίδια άποψη κομψότερα διατυπωμένη υποστηρίζεται και από τον νυν Υπουργό Δικαιοσύνης τον κ. Δένδια. Ισχυρίζεται ο κ. Δένδιας ότι η επιμήκυνση της παραγραφής για τα πολιτικά πρόσωπα θα τους μετατρέψει σε ομήρους πολιτικών σκοπιμοτήτων. Βεβαίως η άποψη που διατυπώνεται είναι καθαρά προσωπική του από ότι δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του. Πλην, όμως, σαν πολιτικός θα λειτουργήσει προκειμένου να διασφαλίσει το κύρος και την αξιοπρέπεια του πολιτικού κόσμου. Βεβαίως εδώ υπάρχει μια σαφής διάσταση μεταξύ του ίδιου προσωπικά ως επιστήμονα και του πολιτικού. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητή εκ μέρους της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας αυτή η διάσταση. Όμως, όλοι παραβλέπουν ότι η διεθνής πρακτική τείνει προς την εξίσωση των ρυθμίσεων και αυτή τη φιλοσοφία περικλείουν πλέον οι διεθνείς συμβάσεις για την αντιμετώπιση της διαφθοράς.

Ο νόμος 3126/2003 έχει πλέον καταγραφεί στη συνείδηση των πολιτών ως νόμος περί απόκρυψης πολιτικών ευθυνών. Όσοι χαρακτήριζαν ως λαϊκισμό το αίτημα τότε για την τροποποίησή του σπεύδουν τώρα ασμένως να το υπερασπιστούν ενθέρμως. Ακούσαμε τις προηγούμενες ημέρες τον κ. Βενιζέλο να αναφέρει ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αναλαμβάνει πρωτοβουλία να φέρει τις απόψεις του εν είδη πρότασης νόμου για την τροποποίηση αυτού του νόμου.
Ήρθε η ώρα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να συζητήσει σοβαρά η Βουλή και η Κυβέρνηση την υιοθέτηση της πρότασής μας για την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου για την ευθύνη των Υπουργών. Ας καταλήξουμε επιτέλους σ’ αυτή την Αίθουσα και σε κάτι ουσιαστικό και πρακτικό αλλά και αποτελεσματικό.

Τώρα όσον αφορά το σκοπό αυτής της συζήτησης βεβαίως δεν θα μπορούσε καμία πολιτική δύναμη και κανένας από εμάς να αρνηθεί την σύσταση της Ειδικής Επιτροπής αφού αυτό το ζητά η ίδια η δικαιοσύνη. Το διαβιβαστικό έγγραφο του κυρίου ανακριτή νομίζω ότι είναι καταλυτικό για όλους μας προκειμένου να οδηγηθούμε στην σύσταση της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διενέργεια Προκαταρκτικής Εξέτασης. Κάθε διαφορετική απόφαση νομίζω ότι θα αποτελέσει πλήγμα και για το κύρος του πολιτικού κόσμου και για καθέναν από μας προσωπικά αλλά πλήγμα και για την ίδια την δικαιοσύνη.