Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (06-05-2008 )

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

O κύριος Πρωθυπουργός ανέφερε στην αρχή της ομιλίας του ότι σε κρίσιμες πολιτικές περιόδους, όταν ήταν η στιγμή να ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις για το πολιτικό σύστημα και για το πολίτευμα, κομματικές αγκυλώσεις και στερεότυπα ανέκοπταν αυτές τις προοπτικές, επιλογές που θα προωθούσαν δυναμικά τη χώρα και το λαό προς τη διεύρυνση της δημοκρατίας και την αναβάθμιση του πολιτικού συστήματος. Όταν, όμως, η συγκεκριμένη αναφορά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εκφέρεται από τον κατεξοχήν εκπρόσωπο ενός πυλώνα του πολιτικού συστήματος, του πρώτου πυλώνα του πολιτικού συστήματος, αυτού δηλαδή του πυλώνα που σε κρίσιμες περιόδους έπρεπε να πάρει αποφάσεις, τότε αυτή η αναφορά, αυτή η εκφορά του λόγου του εκλαμβάνεται –τουλάχιστον- από εμάς ως υποκριτική. Υποκριτική ιδεολογικά, πολιτικά, αλλά και κοινωνικά. Ας δούμε, όμως, τη βασιμότητα της συγκεκριμένης άποψής μας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η τρέχουσα Αναθεώρηση είναι η τρίτη μέσα στην τριακονταετία ισχύος και εφαρμογής του Συντάγματος. Τόσο με τη διαδικασία που ακολουθείται όσο και με το περιεχόμενο ορισμένων από τις προτάσεις που έχουν υποβληθεί επιβεβαιώνει βασικά χαρακτηριστικά που προσέλαβε η αναθεωρητική διαδικασία στο ελληνικό πολίτευμα. Πραγματικά, μετά το 1975 οι προτάσεις για την Αναθεώρηση του Συντάγματος συνδέονται στενά με την πολιτική επικαιρότητα, οι απορίες της οποίας –συχνά περιστασιακές- φαίνεται πρωτίστως να εξυπηρετούνται από τη διαδικασία τροποποίησης του Καταστατικού Χάρτη. Έτσι, στην Αναθεώρηση του 1985 η διαδικασία έχει αποτελέσει μέθοδο υπέρβασης της πολιτικής αμηχανίας του τότε κυβερνώντος Κόμματος. Τότε υπήρχε η ανάγκη συγκράτησης και ανασυγκρότησης της πλειοψηφίας τους στο εκλογικό σώμα. Με τη δεύτερη αναθεώρηση 1994-2001 φαίνεται ότι εξευρέθηκε ένας δίαυλος αναπλήρωσης των αδυναμιών του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του. ‘Άρχισε έτσι να διαμορφώνεται μια κοινή αντίληψη των δύο μεγάλων κομμάτων της χώρας, σχετικά με την αποστολή της αναθεωρητικής διαδικασίας.
Η παρούσα πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού και η προθυμία της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης μέχρι τη στιγμή βεβαίως που αποχώρησε από τη διαδικασία, να συμφωνήσει στην ανάγκη τροποποίησης του Συντάγματος, επιβεβαιώνουν το πρώτο αυτό χαρακτηριστικό. Η αναθεώρηση δεν έρχεται να αντιμετωπίσει θεσμικές ανάγκες, να επιλύσει προβλήματα δυσλειτουργίας του κοινοβουλευτικού μας συστήματος, του συστήματος των ελευθεριών ή των σχέσεων της χώρας με υπερεθνικές νομικές ενότητες. Υπενθυμίζω ότι δεν έχει καν ολοκληρωθεί η έκδοση των σχετικών εκτελεστικών νόμων της αναθεώρησης του 2001. Ακόμα δεν έχουν παραχθεί τα αποτελέσματα της εκτεταμένης αναθεώρησης του 2001.
Οι αλλαγές του Συντάγματος απαντούν κυρίως στις πολιτικές δυσκολίες της κυβερνητικής πλειοψηφίας, πλειοψηφίας που απεκδύεται δυστυχώς σημαντικό μέρος της ευθύνης της, διακινδυνεύοντας μια γενικότερη κρίση αντιπροσώπευσης και αξιοπιστίας του πολιτικού λόγου. Και το κάνει αυτό συνταγματοποιώντας κρίσιμα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Σήμερα ωστόσο το χαρακτηριστικό αυτό προσλαμβάνει μια νέα διάσταση αν αξιολογηθεί με όρους ανάπτυξης του συνταγματικού φαινομένου σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αναθεώρηση του ελληνικού Συντάγματος, καθενός εθνικού συντάγματος, αποτελεί ταυτόχρονα και βήμα αναθεώρησης των κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συμβολή στον πολύπλοκο διάλογο για την υιοθέτηση ενός ενιαίου θεσμικού πλαισίου για την Ευρώπη. Την επικείμενη συζήτηση για τη Συνθήκη της Λισαβόνας πιστοποιεί αυτό το οποίο είπα προηγουμένως.
Εντελώς σχηματικά, η άμβλυνση των συνταγματικών όρων που τη διαφοροποιούν από την κοινή νομοθετική διαδικασία επηρεάζει, όχι μόνον τον χαρακτήρα του ελληνικού συντάγματος ως αυστηρού, ως ύπατης εγγύησης των δικαιωμάτων και της δημοκρατικής συμμετοχής των πολιτών στα δημόσια πράγματα, αλλά επιδρά έστω και έμμεσα στην κατανόηση του Συντάγματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η τροποποίηση του Συντάγματος με τις ίδιες προϋποθέσεις και την ευκολία που αλλάζει ένα Προεδρικό Διάταγμα, καθ’ υποτάσσει τον καταστατικό χάρτη στο μεν εθνικό επίπεδο στην εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία, στο δε επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη βούληση της νομοθετούσας εκτελεστικής εξουσίας, η οποία όπως είναι γνωστό, δεν υπόκειται καν σε κοινοβουλευτικό έλεγχο, ή σε επιτροπές που η εξουσία αυτή επιλέγει και διορίζει.
Νέα διάσταση στην αναθεωρητική διαδικασία φαίνεται επίσης να προσδίδουν κάποιες προτάσεις που απαντούν στις ασφυκτικές πιέσεις της αγοράς για την κατάληψη των τμημάτων του δημοσίου χώρου. Εφόσον αυτές οι προτάσεις υιοθετούνταν –ευτυχώς που δεν έχουν υιοθετηθεί- θα ανέπτυσσαν σημαντικές συνέπειες στο προαναφερόμενο περιεχόμενο του Συντάγματος, ίσως δε έπλητταν τη φυσιογνωμία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Γενικό συμπέρασμα και εξέλιξη: Ο συντακτικός νομοθέτης σχεδίασε την αναθεώρηση ως διαδικασία διαμόρφωσης ευρύτερων και ουσιαστικών συναινέσεων για τα θεμελιώδη πολιτειακά ζητήματα. Η συνταγματική πράξη ακύρωσε το παραπάνω πρόταγμα, διαμορφώνοντας μια κυβερνητική μονοκομματική αναθεώρηση. Αυτό βεβαίως θα συνέβαινε αν δεν είχαμε τις εξελίξεις οι οποίες επακολούθησαν με την αποχώρηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τη συγκεκριμένη διαδικασία. Και τούτο θα συνέβαινε επειδή η αναθεωρητική λειτουργία -όντας συναινετική στην πρώτη Βουλή, έτσι ακριβώς το είχε επιλέξει και το ΠΑ.ΣΟ.Κ.- η οποία διαπιστώνει απλώς την ανάγκη μεταβολής ορισμένων συνταγματικών διατάξεων, καταλήγει στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή να τίθεται στην απόλυτη εξουσία της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας. Ευτυχώς που αυτό απεφεύχθη. ‘Όμως, το πολιτικό και θεσμικά κρίσιμο δεν είναι να επέλθει η συμφωνία για την ανάγκη τροποποίησης κάποιου κανόνα ή θεσμού, αλλά η διατύπωση της νέας διάταξης να αποτελεί προϊόν ουσιαστικών συγκλίσεων σχετικά με το περιεχόμενο της εισαγόμενης ρύθμισης. Το 1985, όταν υποβλήθηκε η πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, η σύμπραξη ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Κ.Κ.Ε. τότε εξασφάλισε τους 180 Βουλευτές, με αποτέλεσμα η αναθεωρητική Βουλή να προχωρήσει στην συνταγματοποίηση στοιχείων του δικομματικού πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού, με μόνη την πλειοψηφία των κυβερνητικών Βουλευτών. Η επόμενη αναθεωρητική διαδικασία χαρακτηρίστηκε πανηγυρικά ως συναινετική λόγω της ομοφωνίας των δύο μεγάλων κομμάτων. Η συναίνεση, όμως, διαμορφώθηκε και πάλι στην πρώτη Βουλή. Στην Αναθεωρητική Βουλή η κυβερνητική πλειοψηφία είχε την ευχέρεια να προχωρήσει μόνη της στη διαμόρφωση του περιεχομένου των ογδόντα διατάξεων που είχαν κριθεί αναθεωρητέες. Η δε υπερψήφιση πολλών απ’ αυτές και από την Αξιωματική Αντιπολίτευση, οφείλεται απλώς στον επιβεβαιωτικό χαρακτήρα που διέθεταν οι περισσότερες από τις νέες ρυθμίσεις.Έτσι και σ’ αυτή τη διαδικασία η αρχική συναίνεση των δύο κομμάτων όπως σχεδόν αδιατάρακτα αναδεικνυόταν στην επιτροπή, θα αποτελούσε λευκή επιταγή προς τη σημερινή Κυβέρνηση να αποκτήσει δυνατότητα να αναδιατυπώσει τους όρους λειτουργίας του δημόσιου χώρου και της απόλαυσης σημαντικών δικαιωμάτων στηριζόμενη στη συνήθη πλειοψηφία των Βουλευτών τους, που επαρκεί και για την ψήφιση των τυπικών νόμων.
Ευτυχώς, όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για τη δημοκρατία, λέμε εμείς, για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα δημόσια αγαθά και το κράτος δικαίου, αυτή η δυνατότητα στη σημερινή Βουλή δεν της δόθηκε. Το παραπάνω στοιχείο πρέπει να αξιολογηθεί παράλληλα με το γεγονός ότι η αναθεωρητική διαδικασία πραγματοποιείται σε τακτικά σύντομα διαστήματα. Το Σύνταγμα δηλαδή τροποποιείται με ευκολία και συχνότητα που θυμίζει Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Όμως, με τον τρόπο αυτό η διαφορά της αναθεωρητικής λειτουργίας από τη νομοπαραγωγική διαδικασία εξασθενεί ουσιαστικά. Άμεση συνέπεια η κατά Μανιτάκη εκνόμευση του Συντάγματος, αντιμετώπισή του με όρους και κριτήρια που προσιδιάζουν στον κοινό νόμο. Τούτο υπονομεύει τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος θίγοντας όχι μόνο την τυπική δύναμη του καταστατικού χάρτη, αλλά και την εγγυητική λειτουργία του. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι σαφές ότι κάτω απ’ αυτά τα δεδομένα, κάτω απ’ αυτές τις εξελίξεις είναι ευχής έργο το ότι πραγματικά η σημερινή Βουλή δεν μπορεί να προχωρήσει στην Αναθεώρηση του Συντάγματος κατά τη βούληση και με τη λευκή επιταγή της Κυβέρνησης.